Το Goodnight Universe επιχειρεί κάτι που σπάνια βλέπουμε σε παιχνίδια αφηγηματικού χαρακτήρα. Η δημιουργική ομάδα της Nice Dream έβαλε τα δυνατά της για να δημιουργήσει μια ήρεμη, ανθρώπινη ιστορία, με πρωταγωνιστή ένα βρέφος έξι μηνών. Σαν τίτλος δεν έχει δράση ή μεγάλα ρίσκα αλλά μια ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από την καθημερινότητα με μια πινελιά φαντασία. Η ιδέα αυτή επιστρέπει στην αφήγηση να γίνει ο βασικός άξονας του παιχνιδιού και αποτελεί το στοιχείο που το διαφοροποιεί. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, από την πρώτη στιγμή, ότι η ομάδα ανάπτυξης επιδιώκει μια εμπειρία που βασίζεται περισσότερο στη σύνδεση με τον κόσμο και τους χαρακτήρες του, παρά στην επίλυση κάποιων ενδεχόμενων προκλήσεων.
Λαμβάνουμε λοιπόν, τον ρόλο του Isaac, ενός βρέφους που από τη μια πλευρά αντιλαμβάνεται τον κόσμο όπως θα τον βίωνε κάθε βρέφος ενώ παράλληλα διαθέτει ενήλικη κατανόηση και μια σειρά από ψυχικές δυνάμεις. Η ιδέα αυτή ακούγεται περίεργη στο χαρτί, αλλά λειτουργεί μέσα από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Ο Isaac αναγνωρίζει το σώμα του ως μωρό, αλλά σκέφτεται ως ενήλικας, αναρωτιέται για το περιβάλλον γύρω του και κατανοεί τις συναισθηματικές αυξομειώσεις της οικογένειάς του. Μέσα από αυτή τη διπλή ματιά, το παιχνίδι χτίζει μια ιστορία που περιστρέφεται γύρω από την οικογένεια, τις σχέσεις μεταξύ των μελών της και τις καθημερινές στιγμές που συνθέτουν την οικιακή ζωή.

Το Goodnight Universe εστιάζει στην ανάπτυξη αυτής της οικογενειακής σχέσης. Οι διάλογοι των γονιών, οι εκφράσεις των προσώπων τους και οι απορίες τους σχετικά με το μωρό παρουσιάζονται με τρόπο που μεταφέρει έναν απρόσμενο ρεαλισμό. Συγκεκριμένα, η αδελφή του Isaac, η οποία λειτουργεί ως σταθερή παρουσία, συμβάλλει στη διαμόρφωση της οικογενειακής ατμόσφαιρας μέσα από σκηνές που δείχνουν την τρυφερότητα αλλά και μια φυσιολογική αδελφική ζήλια. Από την άλλη, η φωνή του αφηγητή – που είναι ο παππούς του παιδιού και, όπως φαίνεται, γνωρίζει για τις περίεργες δυνάμεις του – ενισχύει την οπτική μας, καθώς εξηγεί τις σκέψεις του Isaac με κατανόηση και ακρίβεια.
Παρά το ότι υπάρχουν υπερφυσικά στοιχεία, όπως η τηλεπάθεια, τηλεκίνηση ή το διάβασμα σκέψεων, αυτά δεν λειτουργούν ως κεντρικοί αφηγηματικοί μηχανισμοί αλλά ως διάλειμμα μεταξύ των σκηνών και ως αφορμή για να κυλήσει η ιστορία. Οι μηχανισμοί αυτοί χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται το περιβάλλον και να υπογραμμίσουν το συναισθηματικό φορτίο των σκηνών αλλά και ως gameplay στοιχείο για να συνεχίσει να υπάρχει ενδιαφέρον απ’τη μεριά του παίκτη.

Το gameplay είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να υποστηρίζει την αφήγηση χωρίς να την επισκιάζει. Δεν υπάρχουν απαιτητικά puzzles ούτε μηχανισμοί που επιδιώκουν να προσθέσουν άστοχη δυσκολία ή αγγαρείες. Η αλληλεπίδραση πραγματοποιείται κυρίως μέσα από την παρατήρηση του χώρου, την επιλογή αντικειμένων με τα οποία θέλουμε να ασχοληθούμε και τη χρήση των ψυχικών ικανοτήτων του παιδιού για να τραβήξουμε την προσοχή ή για να λύσουμε προβλήματα. Η μετακίνηση αντικειμένων, η προσπάθεια να τραβήξουμε την προσοχή ή να προκαλέσουμε μια αντίδραση λειτουργούν ως μικρά στηρίγματα για την πρόοδο.
Αυτό που κάνει τον τίτλο να διαφέρει, τουλάχιστον τις πρώτες ώρες παιχνιδιού είναι η χρήση της κάμερας του υπολογιστή μας, η οποία αποτελεί το βασικό εργαλείο αλληλεπίδρασης. Ομολογώ βέβαια πως μου δημιούργησε αμφιβολίες για την ιδιωτικότητα μου αφού θα μπορούσε να είναι εύκολα ένας τρόπος συλλογής προσωπικών δεδομένων χωρίς να το ξέρω.
Το παιχνίδι παρακολουθεί το βλέμμα μας και αντιδρά στο κλείσιμο των ματιών μας και στις εκφράσεις μας, κάτι που αποτυπώνεται μέσα στο παιχνίδι. Οι σκηνές αλλάζουν με ένα απλό βλεφάρισμα, ενώ ο τρόπος που κοιτάμε μπορεί να επηρεάσει τις αντιδράσεις του περιβάλλοντος και των γονιών. Παρότι σε συστήματα χωρίς ενσωματωμένη κάμερα η εμπειρία χάνει μέρος της αμεσότητας, η βασική δομή παραμένει προσβάσιμη, καθώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον χειρισμό μέσω παραδοσιακών εντολών.

Βέβαια, μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν στιγμές όπου ο ρυθμός πέφτει λόγω εκτεταμένων διαλόγων, όπως και σημεία όπου η πορεία μέσα από προκαθορισμένες σκηνές δίνει μια αίσθηση ότι μετακινούμαστε σε μια γραμμική τροχιά. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία δεν απομακρύνουν από την εμπειρία και λειτουργούν περισσότερο ως μεταβάσεις.
Η οπτική ταυτότητα του Goodnight Universe βασίζεται σε ένα ελαφρώς καρτουνίστικο ύφος, με έντονα χρώματα, μαλακές γραμμές, λείες stylized επιφάνειες και καθαρό φωτισμό. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον που λειτουργεί ικανοποιητικά και δημιουργεί μια ονειρική ατμόσφαιρα και χροιά. Ο στόχος της παρουσίασης είναι να αναδείξει ένα σπίτι που μοιάζει ζωντανό και γνώριμο, παρέχοντας χώρους που αντικατοπτρίζουν την οπτική ενός μωρού. Τα δωμάτια παρουσιάζονται με τρόπο που δίνει έμφαση στις μορφές και λιγότερο στις λεπτομέρειες, επιτρέποντας στην προσοχή να εστιάσει στους χαρακτήρες, τις αλληλεπιδράσεις και στις εκφράσεις τους.

Οι κινήσεις προσώπου και σώματος είναι αρκετά σαφείς ώστε να μεταφράσουν τα συναισθήματά τους, χωρίς να επιδιώκουν ρεαλισμό. Η επιλογή αυτή λειτουργεί υπέρ της συνοχής καθώς δίνει έμφαση στη σχέση μεταξύ των χαρακτήρων, όχι στην ακρίβεια της απεικόνισης.
Ο ηχητικός σχεδιασμός του παιχνιδιού από την άλλη στηρίζεται σε ήρεμες νότες, ambient στοιχεία και ένα σύνολο ήχων που δίνουν την αίσθηση ενός πραγματικού σπιτιού. Η μουσική υποστηρίζει την αφήγηση και παραμένει διακριτική. Η αφήγηση του Pullman αντίστοιχα λειτουργεί ως κεντρικό στοιχείο, δίνοντας τον σωστό τόνο σε κάθε σκηνή και διατηρώντας μια ήρεμη αλλά σταθερή παρουσία σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Το Goodnight Universe δεν έχει υψηλές τεχνικές απαιτήσεις και τρέχει ομαλά. Η κάμερα, όταν χρησιμοποιείται, μπορεί να παρουσιάσει μικρές διακυμάνσεις ανάλογα με τον φωτισμό και τη θέση μας αλλά η λειτουργία της παραμένει επαρκής και δεν επηρεάζει τη συνολική συνοχή. Σε συστήματα όπου η κάμερα δεν υποστηρίζεται, η εναλλακτική μέσω χειριστηρίου προσφέρει επαρκή πρόσβαση χωρίς να αλλάζει δραστικά τη δομή του παιχνιδιού.

Ως παιχνίδι, το Goodnight Universe είναι ένα έργο που επιδιώκει να μας τοποθετήσει σε μια προσωπική, σχεδόν οικεία εμπειρία. Η ιστορία του, οι μικρές στιγμές της καθημερινότητας, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την οπτική του παιδιού και η διακριτική υπερφυσική διάσταση συνθέτουν ένα σύνολο που δίνει έμφαση στη συναισθηματική εμπλοκή. Δεν είναι παιχνίδι που επιδιώκει ένταση ή μεγάλη ποικιλία μηχανισμών, αλλά ένα έργο που θέλει να μας βάλει σε μια συγκεκριμένη κατάσταση παρατήρησης και σύνδεσης.
Goodnight Universe
Παρά τις μικρές αδυναμίες, η συνολική εικόνα του Goodnight Universe είναι εκείνη ενός τίτλου που επιχειρεί να μιλήσει για την οικογένεια, το χρόνο και την ανάπτυξη μέσα από μια απλή αλλά αποτελεσματική προοπτική. Πρόκειται για μια ήρεμη και συγκρατημένη εμπειρία, με σαφή κατεύθυνση και σταθερή εστίαση, που μπορεί να προσφέρει μια διαφορετική οπτική σε όσους αγαπούν τα αφηγηματικά παιχνίδια.
