Πριν από πολλά χρόνια, πριν φτάσω στην θέση να έχω έναν καλό υπολογιστή και όποια κονσόλα θέλω, βασιζόμουν στο κινητό μου για να έχω ένα παιχνίδι να ασχολούμαι. Θυμάμαι έντονα ένα από τα παιχνίδια που μου δέσμευαν χρόνο όλη την ημέρα, κάθε ημέρα και έκανε το κινητό μου να βράζει. Αυτό ήταν το Dragon Blaze, ένα Korean Gacha RPG που κατάφερε να ζήσει για περίπου 10 χρόνια πριν, αναπόφευκτα, “τραβήξει την πρίζα” πριν από μερικούς μήνες.
Ομολογώ πως το Dragon Blaze ήταν η αμαρτωλή μου απόλαυση, ένας τίτλος που έπαιζε κάθε μέρα μόνο και μόνο για να κάνω τα dailies, να τραβήξω High Scores και να καταφέρω να μαζέψω Rubies για να κάνω Pull πολυπόθητους και αγαπημένους ήρωες που θα σύνθεταν την καλύτερη ομάδα που θα μπορούσα, σαν free-to-play παίκτης, να έχω. Είχα φτάσει σε ένα σημείο που ήμουν στο Top 25% παγκοσμίως και όλα αυτά επειδή έπαιζα κάθε μέρα. Κάποια στιγμή όμως, αυτό το πρόγραμμα σταμάτησε να ισχύει καθώς στράφηκα σε πιο χαλαρά παιχνίδια, σε τίτλους που δεν απαιτούσαν τον χρόνο μου, σε έργα που μεταφράζανε τα χρήματά μου στον αντίστοιχο χρόνο.

Θα μου πείτε τώρα, “γιατί κάνεις έναν τέτοιον πρόλογο;”. Ο λόγος είναι απλός. Με την κυκλοφορία του Genshin Impact στην δύση, είδαμε τα Gacha Games να αποκτούν μια διαφορετική αξία στον χώρο των βιντεοπαιχνιδιών, με τον τίτλο να είναι η αρχή ενός ανανεωμένου είδους με παιχνίδια όπως το Wuthering Waves, Tower of Fantasy, Duet Night Abyss και Persona 5: The Phantom X να είναι τα πιο γνωστά για το 2026. Η διαφορά μεταξύ αυτών των παιχνιδιών βρίσκεται τόσο στο βασικό gameplay τους όσο και στους χαρακτήρες, τον κόσμο και το πόσο Free-to-play/Pay-to-Win είναι το καθένα.
Μέσα σε αυτόν τον “σάκο” παιχνιδιών ήρθε και ο νέος τίτλος της GLYPHLINE, το Arknights: Endfield, ένα spin-off του ομώνυμου mobile RPG, Arknights. Το Endfield δεν είναι μια άμεση, αφηγηματική συνέχεια του Arknights, αλλά μια ιστορία που διαδραματίζεται στο ίδιο σύμπαν, έναν αιώνα αργότερα σε έναν διαφορετικό πλανήτη, τον Talus-II. Η υπόθεση διηγείται την καθημερινότητα μιας εταιρείας γνωστής ως Endfield η οποία έχει σκοπό να βοηθήσει τους κατοίκους του νέου πλανήτη εγκαθιστώντας βιομηχανικές περιοχές και γραμμές παραγωγής, εκμεταλλευτόμενη τα διάφορα πετρώματα στην επιφάνεια του πλανήτη για την παραγωγή τροφίμων, φαρμάκων και υλικών απαραίτητων στην κατασκευή εξοπλισμού, οπλισμού και άλλων παραγώγων.

Æthergate & Talos-II
Στο Arknights: Endfield, η υπόθεση εκτυλίσσεται στον πλανήτη Talos-II, όπου οι κάτοικοι της Terra κατέληξαν πριν από 152 χρόνια περνώντας μέσα από την Æthergate, μια αρχαία πύλη κατασκευασμένη από τους μυστηριώδεις Προδρόμους. Η πύλη αυτή επανενεργοποιήθηκε στα βόρεια σύνορα της Terra, όμως λίγο μετά τον αποικισμό του Talos-II ξέσπασε ο Πρώτος Πόλεμος των Aggeloi, μια αιφνίδια και καταστροφική σύγκρουση με εχθρικές οντότητες που προϋπήρχαν στον πλανήτη. Μέσα στις πρώτες 24 ώρες, ολόκληρο το Βόρειο Μέτωπο αφανίστηκε, παρασύροντας μαζί του και την Æthergate, η οποία κατέρρευσε και έκοψε οριστικά τον δεσμό των αποίκων με την πατρίδα τους.
Μετά την κατάρρευση της πύλης, όσοι επέλεξαν να μείνουν όπως επιστήμονες, στρατιώτες και απλοί άποικοι, βρέθηκαν παγιδευμένοι σε έναν ξένο κόσμο χωρίς επιστροφή. Κατά την τελευταία πράξη του πολέμου, το Πρώτο Originium μολύνθηκε, αφήνοντας συνέπειες στο μέλλον του Talos-II. Κεντρικό ρόλο σε αυτά τα γεγονότα φαίνεται να είχε ο Endministrator, μια ηγετική μορφή που συνέβαλε καθοριστικά στο τέλος του πολέμου. Από τις στάχτες εκείνης της εποχής γεννήθηκαν τόσο οργανώσεις αφιερωμένες στην επιβίωση και την έρευνα, όσο και σκοτεινές δυνάμεις όπως οι Landbreakers, δείχνοντας πως το Endfield είναι η ιστορία “εκείνων που έμειναν” καθώς και των επιλογών που διαμόρφωσαν τον κόσμο αυτό.
Ο Endministrator, όπως είθισται στα παιχνίδια αυτά, πάσχει από αμνησία μετά από έναν “ύπνο” που τον είχε να περιπλανιέται σε μια ονειρική ή παράλληλη πραγματικότητα. Όταν ξυπνάει, έχει ξεχάσει όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάσταση του Talos-II και έτσι, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Endfield, ξεκινάει μια αναζήτηση για τις χαμένες του αναμνήσεις, την αφύπνηση των δυνάμεών του και την εξυπηρέτηση όλων όσων εξαρτώνται από την Endfield. Ωστόσο, όσο τα γεγονότα κυλάνε, βλέπουμε να υπάρχει μια υπόνοια ότι ο Endmininstrator είναι κάτι διαφορετικό από ένας απλός “καλός άνθρωπος”.

Το πρώτο κεφάλαιο του παιχνιδιού μας ταξιδεύει στην πρώτη περιοχή του Talos-II, την Valley-II, η οποία χωρίζεται σε διαφορετικές περιοχές όπως φάρμες, λατομεία, κέντρα γεμάτα με Originium και περιοχές ενδιαφέροντος που συνδέονται τόσο με την έλευση των Aggeloi όσο και με τις αντιξοότητες του πλανήτη. Ως ο θρυλικός Endministrator και ως Endfield, σκοπός μας πέρα από την ανάκτηση των αναμνήσεών μας, είναι η αντιμετώπιση άμεσων απειλών, ο έλεγχος των περιοχών από τους Landbreakers και η αξιοποίηση των φυσικών και τεχνητών πόρων για την δημιουργία βιομηχανικών περιοχών και γραμμών παραγωγής. Ως συνήθως, η ιστορία χωρίζεται σε βασικές αποστολές κεφαλαίων, σε σημαντικές αποστολές και side-missions που θα μας ξεκλειδώσουν νέους μηχανισμούς, λειτουργίες και αντικείμενα για την πρόοδό μας.
Όλο το πρώτο κεφάλαιο, αλλά και γενικότερα η ιστορία, το design των NPCs και ορισμένων Operators (των χαρακτήρων, δηλαδή, που θα θέλουμε να κάνουμε pull στο Headhunting) μου θύμισε το Xenoblade Chronicles X αλλά και γενικά την λογική των Xenoblade παιχνιδιών. Αυτό διότι και σε αυτά τα παιχνίδια η ανθρωπότητα είτε ήρθε αντιμέτωπη με εξωγήινες μορφές ζωής και έπρεπε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα με αποτέλεσμα, με το πέρασμα των χρόνων, να γίνεται ένα κομμάτι της “κανονικής” ζωής, είτε οδηγήθηκε εκτός του πλανήτη Γη από μια διαγαλαξιακή μάχη στην οποία, άθελά της, έγινε κομμάτι.

Οι επιρροές του Xenoblade όμως φαίνονται και σε άλλα στοιχεία του παιχνιδιού όπως το σύστημα μάχης, το σύστημα εξοπλισμού και άλλα πιο ασήμαντα κομμάτια. Βέβαια, οι μηχανισμοί και η λογική αυτών παραπέμπει ακόμα περισσότερο στα άλλα γνωστά open-world Gacha RPGs οπότε αν έχουμε παίξει ένα από τα παιχνίδια που προαναφέραμε τότε ξέρουμε τι να περιμένουμε λίγο-πολύ.
Δυστυχώς, το πρώτο σημείο απογοήτευσης, είναι η δεύτερη περιοχή, η ήπειρος του Jinlong, η οποία δυστυχώς ακολουθεί κατά γράμμα την πεπατημένη της “κλασικής” κινέζικης περιοχής που συναντάμε σχεδόν σε κάθε gacha παιχνίδι. Αρχιτεκτονική με παγόδες, έντονα πράσινα και χρυσά χρώματα, παραδοσιακά μοτίβα, ονόματα και φιλοσοφία που αντλούν ξεκάθαρα από μια εξιδανικευμένη εκδοχή της κινεζικής κουλτούρας, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για πειραματισμό ή ουσιαστική σύνδεση με τη μοναδική ταυτότητα του κόσμου του παιχνιδιού. Παρότι το Jinlong εντάσσεται οργανικά στο lore του Talos-II, αισθητικά και θεματικά μοιάζει περισσότερο με “υποχρεωτικό checkbox” παρά με μια διαφορετική περιοχή. Το αποτέλεσμα είναι ένας χώρος που ναι μεν είναι καλοφτιαγμένος και λειτουργικός, αλλά δεν έχει έμπνευση.

To Combat στην επιφάνεια
Το σύστημα μάχης του Arknights: Endfield δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό ή καινοτόμο σε σχέση με αυτά που έχουμε δει σε άλλα παιχνίδια του είδους. Εξερευνώντας τον εκάστοτε χάρτη θα βρίσκουμε ομάδες εχθρών, είτε Aggeloi είτε Landbreakers, μαζεμένους σε ένα σημείο και αν μας δουν τότε ξεκινάει η μάχη. Με έμφαση την δράση, το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από απλά combos και συνεργείες μαζί με ένα Character Skill attack και μια Ultimate επίθεση.
Το βασικό combo αποτελείται από μια προκαθορισμένη ακολουθία επιθέσεων, η οποία εκτελείται είτε “σπαμάροντας” το κουμπί είτε κρατώντας το πατημένο. Το Combo αυτό δεν μηδενίζεται ακόμη κι αν κάνουμε dodge ή διακόψουμε προσωρινά για να αλλάξουμε στόχο. Έτσι, αυτό συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε, κάτι που περιορίζει τόσο τη δυνατότητα για πιο εντυπωσιακά combos όσο και την ποικιλία στην προσέγγιση κάθε μάχης. Για παράδειγμα, σε ένα combo πέντε επιθέσεων, αν έχουμε ήδη εκτελέσει τις τρεις πρώτες και κάνουμε dodge, η επόμενη επίθεση θα είναι η τέταρτη της αλυσίδας.
Με την ολοκλήρωση κάθε combo γεμίζει μια μπάρα που μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε την ικανότητα κάθε χαρακτήρα. Παράλληλα, κάθε χρήση ικανότητας φορτίζει και την αντίστοιχη Ultimate, δημιουργώντας σταδιακά ένα πλήρες οπλοστάσιο για τις πιο απαιτητικές μάχες. Εκεί όμως που το σύστημα μάχης ενισχύεται είναι η συνεργεία που έχουν οι χαρακτήρες μεταξύ τους. Ένας χαρακτήρας μπορεί να ενεργοποιήσει το chain attack ή finisher ενός άλλου χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η Laevatain, μια Intelligence-Based μαχήτρια της Φωτιάς, μπορεί να ενεργοποιήσει ένα Combustion Status όταν έχει μαζέψει 4 Stacks Φωτιάς από δικές τις επιθέσεις ή Fire-based ικανότητες άλλων Operators. Σε άλλες περιπτώσεις, ένας Operator μπορεί να δημιουργήσει την βάση για να πετάξουμε έναν εχθρό στον αέρα όπως κάνει ο Endmin με το Vulnerability και στην συνέχεια η Chen με το Lifted. Εδώ έρχεται και δένει η επιρροή του Xenoblade στο σύστημα μάχης.

Φυσικά στοιχεία
Κάθε Operator χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο φυσικό στοιχείο (Heat, Cryo, Nature, Electric), καθώς και από βασικά στατιστικά όπως Strength, Agility, Will και Intelligence. Αυτό που διαφοροποιεί το παιχνίδι από άλλα του είδους είναι ότι οι Operators δεν ακολουθούν πάντα τα καθιερωμένα πρότυπα. Συχνά, χαρακτήρες που βάσει εμφάνισης, όπλου ή στοιχείου θα περίμενε κανείς να βασίζονται σε ένα συγκεκριμένο στατιστικό, τελικά αποδίδουν καλύτερα σε κάποιο άλλο.
Για παράδειγμα, ένας Operator μπορεί να κατατάσσεται, θεωρητικά, στην κλάση Strength, αλλά να επωφελείται κυρίως από το Agility. Αντίστοιχα, άλλα παραδείγματα όπως η Laevatain, παρότι χρησιμοποιεί σπαθί και ανήκει στο στοιχείο Heat, χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε Strength, βασίζει τις ικανότητές της στο Intelligence οπότε το Build μας πρέπει να επικεντρώνει σε αυτά.

Μιλώντας για Builds, το Arknights: Endfield καταφεύγει σε μια πιο παραδοσιακή προσέγγιση με τους χαρακτήρες να έχουν ένα συγκεκριμένο όπλο που να τους ταιριάζει – που εδώ κολλάνε και τα Gacha Weapon Pulls – και θήκες για εξοπλισμό πανοπλίας και αντικειμένων. Το παιχνίδι μας παραθέτει μια πληθώρα από Sets και Non-Sets Armors και Accessories τα οποία δεν χρειάζεται να τα “τραβήξουμε” αλλά να τα δημιουργήσουμε μέσα από το Factorial κομμάτι. Ειδικά, όταν φτάσουμε στην Wuling και θα ξεκινήσουμε με τα factories και εκεί, θα πρέπει να εστιάσουμε στο να φτιάχνουμε Μπαταρίες και Components ώστε να πάρουμε τα Stock Bills και να έχουμε αρκετά υλικά για να ‘σπαμάρουμε’ Sets και να αγοράσουμε Artificing Materials προκειμένουμε να φτάσουμε στο μέγιστο το επίπεδο του εξοπλισμού μας. Υπάρχει αρκετή δουλειά και ζουμί πίσω από το crafting σύστημα και, αν επιμείνουμε σε αυτό, μας επιβραβεύει όσο περισσότερο γίνεται.
Παρόλα αυτά, σε σύγκριση με άλλα σύγχρονα gacha RPGs, το σύστημα μάχης δείχνει μια εμφανή απλοϊκότητα που προσωπικά με απογοητεύει, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν τα υπόλοιπα παιχνίδια του είδους. Παρότι είναι καλοδουλεμένο και λειτουργικό, βασίζεται υπερβολικά στη λογική του spam και στη σωστή χρονική χρήση των skills, χωρίς να απαιτεί ιδιαίτερο βάθος σε επίπεδο εκτέλεσης ή λήψης αποφάσεων τη στιγμή της μάχης. Η έλλειψη εναλλακτικών διαδρομών μέσα από ένα combo system, η περιορισμένη αίσθηση ρίσκου–ανταμοιβής και το γεγονός ότι οι περισσότερες μάχες λύνονται με παρόμοιο τρόπο, αφαιρούν ένα κομμάτι έντασης και δημιουργικότητας που έχουμε δει αλλού. Έτσι, παρότι οι συνεργείες και τα status effects προσθέτουν ενδιαφέρον, η συνολική εμπειρία της μάχης αφήνει την αίσθηση ότι θα μπορούσε να είναι πιο “γεμάτη“.

Welcome back, Factorio!
To combat, η εξερεύνηση, τα Questlines και τα τυπικά gacha στοιχεία είναι όλα εδώ. Σε αυτό που διαφέρει το Arknights: Endfield όμως είναι το AIC Factory Plan του παιχνιδιού, ένας gameplay μηχανισμός που θυμίζει κάλλιστα Factory Management παιχνίδια τύπου Factorio. Ως στοιχείο, αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες και λειτουργεί ως η εστίαση της προόδου του παίκτη, τουλάχιστον σε επίπεδο ανάπτυξης. Στην ουσία, πρόκειται για ένα εκτεταμένο σύστημα παραγωγής τύπου input–output, όπου πρώτες ύλες όπως ores και φυτά μετατρέπονται, μέσω αλυσίδων επεξεργασίας, σε ενδιάμεσα και τελικά προϊόντα. Ο παίκτης καλείται να σχεδιάσει γραμμές παραγωγής με Refining, Shredding, Grinding, Fitting κτίρια και Packaging Units, συνδέοντάς τα μεταξύ τους με ιμάντες μεταφοράς, depots και protocol stashes, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τον περιορισμένο χώρο και την ενεργειακή κατανάλωση.
Η σωστή διαχείριση της παραγωγής είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εξέλιξη του παιχνιδιού. Τα παραγόμενα αντικείμενα χρησιμοποιούνται για την αναβάθμιση των Outposts, το ξεκλείδωμα νέων περιοχών και μηχανισμών, αλλά και για την απόκτηση πολύτιμων bonuses μέσω του outpost management και των deliveries. Παράλληλα, η βιομηχανία μας τροφοδοτεί και την οικονομία του παιχνιδιού, καθώς ορισμένα προϊόντα μπορούν να παραδοθούν για Valley Stock Bills, τα οποία με τη σειρά τους χρησιμοποιούνται για επεκτάσεις, αγορές στοιχείων για ενίσχυση του επιπέδου, των όπλων μας και των Operators, την αγορά εισητηρίων και διαμαντιών αλλά και γενικότερη πρόοδο. Με άλλα λόγια, όσο πιο αποδοτική είναι η παραγωγή μας, τόσο πιο ομαλά κυλά και το υπόλοιπο gameplay.

Ζωτική σημασία έχει η παραγωγή ενέργειας, η οποία λειτουργεί ως bottleneck κυρίως στο early game. Οι μπαταρίες και τα Thermal Banks απαιτούν τις must-have γραμμές παραγωγής και ενώ καταναλώνουν πολύ χώρο, μας οδηγούν στην σωστή διαχείριση ώστε να αποφασίσουμε ανάμεσα σε αποδοτικότητα χώρου και καθαρής ισχύος. Αφού λύσουμε το εσωτερικό πρόβλημα τροφοδοσίας, το παρόν ενεργειακό δίκτυο, με πυλώνες και relay towers, συνδέει τα ορυχεία, διάφορες εγκαταστάσεις και τη βάση, δίνοντας μια αίσθηση πως έχουμε επιρροή στο πως ο κόσμος γύρω μας εξελλίσσεται και αλληλεπιδρά μαζί μας. Αν φτάσουμε στο σημείο να μην υπάρχει επαρκής παροχή ρεύματος, ολόκληρη η παραγωγή σταματά, κάτι που κάνει τον σχεδιασμό ακόμα πιο κρίσιμο.
Τέλος, η βιομηχανία επηρεάζει άμεσα, όπως είπαμε και παραπάνω, το σύστημα μάχης μέσω των Builds και του εξοπλισμού. Τα gears, τα armor sets και τα υψηλότερης σπανιότητας αντικείμενα απαιτούν συγκεκριμένα components, όπως Crystal Components και επεξεργασμένα υλικά, τα οποία δεν μπορούν να αποκτηθούν αλλιώς. Ακόμα και η καλλιέργεια φυτών, μέσω Seed Picking και Planting Units, μετατρέπεται σε ένα μικρό οικοσύστημα που μειώνει το grind και ενισχύει την αυτάρκεια της βάσης, ειδικά αν ασχοληθούμε ενεργά από τα πρώτα μόλις λεπτά.
Ευτυχώς, ξεκλειδώνοντας και από ένα εργαλείο ή κτήριο παραγωγής, ο τίτλος μας δίνει ένα Simulation που μας μαθαίνει όλα όσα χρειαζόμαστε. Βέβαια, υπάρχει αρκετό διάβασμα και δοκιμές που θα χρειαστεί να κάνουμε ώστε να βρούμε την καλύτερη δομή της βάσης μας και, αν δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να αντιγράψουμε Blueprints από άλλους παίκτες και να τα υιοθετήσουμε για τους σκοπούς μας.

Σε μια σύγχυση
Όλα όσα αναφέραμε παραπάνω συνθέτουν μια εικόνα όπου το Arknights: Endfield προσπαθεί συνειδητά να ενώσει διαφορετικές σχολές σχεδιασμού όπως gacha mechanics, open-world εξερεύνηση, τυπικό action combat, daily-driven δραστηριότητες, grinding και ένα εκτενές factory management σε έναν ενιαίο κορμό που ενδεχομένως να δημιουργήσει την αίσθηση πως λείπει η ουσία από το σύνολο. Το αποτέλεσμα είναι αναμφίβολα φιλόδοξο και, σε αρκετά σημεία, εντυπωσιακό. Παράλληλα όμως δημιουργείται και μια αίσθηση υπερφόρτωσης, σαν ο τίτλος να μην είναι απολύτως σίγουρος για το ποια εμπειρία θέλει να βάλει στο επίκεντρο. Άλλες στιγμές μοιάζει με ένα τυπικό open-world gacha RPG, άλλες με ένα industrial management game και αλλού με ένα story-driven sci-fi action RPG, χωρίς πάντα αυτές οι ταυτότητες να δένουν μεταξύ τους με τον ίδιο βαθμό συνοχής. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ πως ο τίτλος δεν είναι άκρως διασκεδαστικός. Είναι το πρώτο παιχνίδι του είδους που φτάνω Administrator Level 50+ σε διάστημα 4 ημέρων (με χαλαρό gameplay) και ωθούμαι στο να παίζω όλο και περισσότερο.
Αυτή η πολυπλοκότητα, θεωρώ, είναι και το βασικό του ατού. Ωστόσο, υπάρχει η αίσθηση ότι ο τίτλος απλώνεται υπερβολικά, θυσιάζοντας βάθος σε επιμέρους τομείς για χάρη της συνολικής ποικιλίας. Το combat παραμένει πιο απλό απ’ όσο θα περίμενε κανείς από ένα παιχνίδι με τέτοια έμφαση στα builds, ενώ το factory management είναι τόσο κομβικό που συχνά επισκιάζει τις υπόλοιπες δραστηριότητες. Έτσι, αφήνεται η εντύπωση ενός παιχνιδιού που θέλει να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα και ενώ καταφέρνει να τα υποστηρίξει όλα σε ικανοποιητικό βαθμό, δεν καταφέρνει πάντα να τα εξελίξει στον μέγιστο δυνατό, τουλάχιστον σε αυτό το σημείο.
Ένα ακόμα από τα αρνητικά στοιχεία του τίτλου είναι το γεγονός ότι ενώ μπορούμε να δούμε τις κατασκευές άλλων παικτών στον δικό μας κόσμο ως προσωρινή “βοήθεια” αυτές γίνονται ενοχλητικές σε βάθος χρόνου. Οι κατασκευές που θα δούμε είναι turrets, Zip Lines και επιγραφές που μας κατευθύνουν προς ένα μέρος. Αν και αυτό το σύστημα μπορεί να γίνει βοηθητικό σε ορισμένες περιπτώσεις, παράλληλα οδηγεί στο να υπάρχει οπτικός φόρτος στον χάρτη με αποτέλεσμα να έχουμε έναν κόσμο γεμάτο “σκουπιδοκατασκευές” που υπερφορτώνουν τον κόσμο παρά τον τροποποιούν ουσιαστικά.

Ένα ρεαλιστικό anime
Αγνοώντας την πολυπλοκότητα και τον πυρήνα του gameplay, ένα από τα στοιχεία στα οποία το Arknights: Endfield πραγματικά ξεχωρίζει είναι τα φανταστικά, μοναδικά γραφικά του. Ως τίτλος, καταφέρνει να συνδυάσει το χαρακτηριστικό anime ύφος του πρώτου Arknights με μια πιο βαριά sci-fi και industrial αισθητική και ρεαλιστικές επιφάνειες που δημιουργούν έναν κόσμο που δείχνει ταυτόχρονα οικείος και διαφορετικός από τα υπόλοιπα open-world gacha RPGs. Τα περιβάλλοντα του Talos-II έχουν όγκο, κλίμακα και λεπτομέρεια, με έντονη χρήση φωτισμού, σκιών και χρωματικών αντιθέσεων που ενισχύουν την αίσθηση ενός φανταστικού αλλά ζωντανού πλανήτη. Κάνουμε λόγο για όμορφα σκηνικά και χώρους που υποστηρίζουν θεματικά την ιδέα της βιομηχανικής επέκτασης, της επιβίωσης και της ανθρώπινης παρέμβασης σε έναν ξένο πλανήτη που επανέρχεται από έναν βαρύ πόλεμο.
Ταυτόχρονα, οι Operators και οι NPCs διατηρούν μια υψηλή ποιότητα τόσο στο κομμάτι της πολυπλοκότητας όσο και στο σχεδιασμό τους, με μοντέλα και animations που δείχνουν προσοχή στη λεπτομέρεια, χωρίς να χάνεται η ταυτότητα του franchise. Το Endfield ανεβάζει τον πήχη για το είδος, πλησιάζοντας σε αρκετά σημεία την αίσθηση ενός “κανονικού” console RPG και όχι απλώς ενός “gacha παιχνιδιού με μεγαλύτερο budget”. Παρότι σε ορισμένες στιγμές υπάρχουν μικρές ασυνέπειες ή τεχνικές ατέλειες το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει το πιο εντυπωσιακό που έχουμε δει. Σε ένα παιχνίδι που θέλει να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα, τα γραφικά του είναι ίσως το σημείο όπου φαίνεται πιο ξεκάθαρη και σίγουρη η βάση του.

Συμπέρασμα
Το Arknights: Endfield ήταν μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη για μένα, ειδικά όταν σκέφτομαι ότι δεν προτιμάω πλέον τα Gacha RPGs. Επιχειρεί κάτι φιλόδοξο. Επιχειρεί να ενώσει διαφορετικά είδη και μηχανισμούς σε μία ενιαία εμπειρία, καταφέρνοντας επιφανειακά να προσφέρει πληθώρα δραστηριοτήτων και επιλογών, ενώ προσπαθεί να κάνει πολλά πράγματα, ταυτόχρονα. Παρότι αυτή η πολυπλοκότητα είναι και το μεγαλύτερο του πλεονέκτημα, ταυτόχρονα δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν εστιάζει πλήρως σε κανένα στοιχείο, αφήνοντας μικρά κενά βάθους σε κρίσιμους τομείς, όπως το combat ή η ανάπτυξη των χαρακτήρων.
Σαν Gacha έχει όλα όσα θα περίμενε κανείς. Season Passes, Monthly Passes, Θεματικά banners και τυπικά banners θα μας τραβήξουν το ενδιαφέρον για να τραβήξουμε τους “καλύτερους” Operators, αλλά αυτό που ξεχωρίζει από την σκληρή πραγματικότητα είναι πως τα Headhunting Banners (τα Operator Banners) τραβάνε μόνο Operators. Για τα όπλα, υπάρχουν άλλα banners των οποίων τα νομίσματα αποκτώνται είτε με φυσικούς τρόπους είτε με κάθε pull που κάνουμε.

Όμως, τα γραφικά, η αισθητική και η ατμόσφαιρα του Endfield, αποτελούν τον πραγματικό πυρήνα της ταυτότητάς του. Ο κόσμος του Talos-II φαίνεται ζωντανός και πιστευτός, με προσεγμένα περιβάλλοντα και χαρακτήρες που δείχνουν τη φροντίδα των δημιουργών. Αυτά τα στοιχεία είναι που δίνουν τον χαρακτήρα και το απαιτούμενο βάθος, προσφέροντας μια εμπειρία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα gacha RPGs και προσεγγίζει την αίσθηση ενός πιο αποδεκτού RPG. Συνδυάζοντας και το αγαπημένου μου factory management στοιχείο με τα gacha mechanics, δημιουργείται μια μοναδική ατμόσφαιρα που δεν αποκλείεται να κρατήσει το ενδιαφέρον μας μακροπρόθεσμα παρά τις όποιες αδυναμίες.
Σίγουρα έχω ξεχάσει αρκετά, τόσο από το βασικό gameplay όσο και από το endgame. Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να παραδεχτώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι που συνεχίζει να μου κρατά το ενδιαφέρον, ακόμη και αρκετές ημέρες μετά την κυκλοφορία του. Γνωρίζω πως μεγάλο μέρος της γοητείας του βρίσκεται στα pulls και στο gacha, όμως για μένα αυτό έχει περάσει σε δεύτερη, αν όχι τρίτη, μοίρα, ειδικά όταν τα Guaranteed Pity Pulls είναι άθλια και δεν μεταφέρονται στο επόμενο banner. Ευτυχώς, αυτό δεν ισχύει για τα 6-Star Guaranteed, τα οποία μεταφέρονται κανονικά.
Κατάφερα να τραβήξω αυτό που ήθελα, οπότε προς το παρόν είμαι ήρεμος. Έχοντας συγκεντρώσει και αρκετό νόμισμα, σκοπεύω να το κρατήσω για το επόμενο banner, ειδικά αν αποδειχθεί κάτι αξιόλογο. Για την ώρα, επικεντρώνομαι στο βασικό gameplay και σε όλα όσα έχει να μου προσφέρει. Εξάλλου, έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που απόλαυσα πραγματικά το grind σε ένα RPG.
Arknights: Endfield
Το Arknights: Endfield ξεφεύγει από το κλασικό gameplay των gacha παιχνιδιών αναμειγνύοντας την εξερεύνηση, το questing και τις μάχες με την διαχείριση γραμμών παραγωγής. Αν και προσπαθεί να κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα, φέρνοντας στην επιφάνεια αδυναμίες, καταφέρνει να μας κρατήσει το ενδιαφέρον για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
