Δεν έχουν περάσει αρκετές ημέρες από τότε που η βιομηχανία έχει αρχήσει να καταρρέει εκ των έσω. Η Sony Playstation με την ανακοίνωση ότι σταματάει την παραγωγή φυσικών δίσκων για τα παιχνίδια της προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, έντονες αντιδράσεις οι οποίες όπως φαίνεται δεν έχουν τελειωμό ενώ η Microsoft και συγκεκριμένα η Xbox ξεκίνησε την “μεγάλη κάθαρσή” της με χιλάδες απολύσεις, πωλήσεις studio και εσωτερικές αλλαγές που σηματοδοτούν την έναρξη μιας μεγάλης επανεκκίνησης.
Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, η Ubisoft παραμένει στην άκρη του γκρεμού, περιμένωντας το μεγάλο breakthrough ή κάποια χρηματοδότηση που θα της επιτρέψουν να επανέλθει στις “μεγάλες εταιρείες” της αγοράς παρόλο που το όνομά της ακόμα παραμένει μεγάλο και γνωστό, πόσο μάλλον όταν, ως ομάδα ανάπτυξης, βοήθησε να διαμορφωθεί η παιδική μας ηλικία με τίτλους που μας παραμένουν χαραγμένοι στην μνήμη μέχρι και σήμερα, όπως, καλή ώρα, η σειρά Rayman.

Tα τελευταία χρόνια, η Γαλλική εταιρεία δίνει ιδιαίτερη βάση στην σειρά Assassin’s Creed, μια σειρά που έκανε εντύπωση, ξεκίνησε δυναμικά και κατέληξε να φτάσει στο σήμερα με μια ιστορία που λαμβάνει χώρα σε διάφορες χρονικές στιγμές, σε διάφορες χώρες και να υιοθετεί ιστορικές φιγούρες και γεγονότα με μια διαφορετική, φανταστική διάσταση με επίκεντρο την μάχη μεταξύ της Αδελφότητας και των Ναϊτών. Μέσα σε αυτή την σειρά και πέρα από τα δεσμά του πρώτου παιχνιδιού, εκείνο που κατάφερε να προκαλέσει μεγάλη εντύπωση και να γίνει αμέσως ένα από τα αγαπημένα των παικτών ήταν το Assassin’s Creed IV: Black Flag. Να πω την αλήθεια μου, δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να το δοκιμάσω αλλά και ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη, κυρίως λόγω του μεγέθους αυτών των παιχνιδιών και της “αγγαρείας” του να μαζεύεις αντικείμενα και συλλεκτικά από έναν τεράστιο χάρτη την ίδια στιγμή που καθαρίζεις παράπλευρες αποστολές και ασχολίες. Θα μου πείτε “μπορείς να μην τα κάνεις” και θα είχατε και δίκιο. Ωστόσο, ως κάποιος που δεν μπορεί να αφήνει εκρεμμότητες, το να βλέπω έναν χάρτη γεμάτο…εκρεμμότητες, δεν μπορώ να τα αγνοήσω.
Δεν ξέρω αν η αποχή μου από το Assassin’s Creed IV: Black Flag μου στέρησε κάποιον “σημαντικό” τίτλο από την εμπειρία μου, αυτό που ξέρω όμως είναι πως το κομμάτι των πειρατικών ναυμαχιών αποτέλεσε την βάση του Skull & Bones (αν και απέτυχε παταγωδώς λόγω των αμέτρητων ελλείψεων και καθυστερήσεων) και ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά, ίσως το διασκεδαστικότερο, στοιχείο του παιχνιδιού, ένα στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε και στο τότε multiplayer κομμάτι του.

Δεκατρία χρόνια μετά το Black Flag, η Ubisoft αποφάσισε πως ο πιο αγαπημένος πειρατής της σειράς της αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Και σε μια περίοδο απολύσεων, όπου οι ιδέες έχουν τελειώσει και τα projects κυλάνε πιο αργά από ποτέ, η εταιρεία αποφάσισε πως είναι η ευκαιρία να ανατρέξει σε επιτυχημένες σειρές και να ξεκινήσει remakes και remasters, όπου μπορεί. Το Assassin’s Creed Black Flag Resynced είναι μια από αυτές τις προσπάθειες και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα απλό remaster με λίγο πιο ψηλή ανάλυση, έγινε ένα πλήρες remake χτισμένο πάνω στην τελευταία έκδοση της μηχανής Anvil, με στόχο να δείξει τι θα μπορούσε να ήταν το Black Flag αν φτιαχνόταν σήμερα.
Το πρώτο στοιχείο που μας προϊδεάζει για την λογική ενός remake είναι ο κόσμος και τα περιβάλλοντά του. Η Καραϊβική δείχνει ανανεωμένη, πιο ζωντανή και γεμάτη με στοιχεία όπως το νερό, το φως, τη βλάστηση, να έχουν περάσει από πλήρη ανακατασκευή, με νέο σύστημα καιρού και δυναμικές καταστροφές περιβάλλοντος να προσθέτουν την αίσθηση ότι ο κόσμος “αναπνέει” γύρω μας. Τα cutscenes έχουν ανακατασκευαστεί και δείχνουν εντυπωσιακά, ακόμα κι αν παραμένουν κλειδωμένα στα 30fps, μια απόφαση που…είναι απόφαση (και κάτι που τελικά είναι bug). Αντίθετα, το gameplay τρέχει πλέον χωρίς ενδοιάμεσα loadings όταν περνάμε από την ξηρά στη θάλασσα ή μπαίνουμε σε μεγάλες πόλεις όπως η Havana ή το Nassau, κάτι που αλλάζει αισθητά τον ρυθμό εξερεύνησης σε σχέση με το αρχικό παιχνίδι.

Δεν θέλω να σταθώ σε πολλές λεπτομέρειες σχετικά με το remake. Όσοι έχουν παίξει το προηγούμενο παιχνίδι ή έστω κάποιο άλλο παλιότερο παιχνίδι της σειράς τότε ξέρουν λίγο-πολύ τι να περιμένουν από το περιεχόμενο. Ωστόσο, εδώ έχουμε μερικές αλλαγές που είναι σημαντικό να σταθούμε και να αναφερθούμε. Το πρώτο στοιχείο αφορά το combat system το οποίο έχει εξίσου ανακατασκευαστεί, εγκαταλείποντας τη λογική του original και υιοθετώντας το σύστημα του Assassin’s Creed Shadows, με έμφαση στα L, R κουμπιά του χειριστηρίου για επίθεση και άμυνα, όπου το τέλειο parry οδηγεί σεα ακαριαία εκτέλεση. Η κρυφή λεπίδα παύει να είναι ένα όπλο που τραβάμε ελεύθερα, αλλά χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε συγκεκριμένες στιγμές δολοφονίας, αφήνοντας σπαθιά και πιστόλια να καλύπτουν την έκβαση της μάχης.
Αλλαγές υπάρχουν και στο σύστημα κίνησης αφού το parkour ρέει καλύτερα απ’ότι το θυμάμαι. Οι κινήσεις μας αλλάζουν “απαλά” και ο χρόνος για να ανέβουμε σε ένα ψηλό κτήριο έχει μειωθεί αισθητά. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που έστρεψα το βλέμμα μου σε κάποιο πεζουλι ή σε κάποιο αντικείμενο ή περβαζι που προεξήχε και, σχεδόν πάντα, μπορούσα να το σκαρφαλώσω χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Θυμάμαι πριν χρόνια που η Ubisoft με είχε καλέσει σε μια παρουσίαση του AC Syndicate, το οποίο κυκλοφόρησε μετά το Unity και οι ερωτήσεις που δεχόμουν από τους devs ήταν για το πως ένιωθα το parkour. Ευτυχώς, το Resynced δίνει μια πολλή όμορφη αίσθηση (ακόμα και αν υπάρχουν μερικές παραξενιές).

Μαζί με το movement, το Stealth έχει δεχθεί εξίσου αισθητές αλλαγές με το περιβάλλον να παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο. Πυκνή βλάστηση μας επιτρέπει να κρυβόμαστε καλύτερα από ποτέ ενώ σκεπές, μικρές αποθήκες και δωμάτια γίνονται οι σκιές μας και οι τοποθεσίες που θα κρυφτούμε καλύτερα. Ειδικά μέσα σε θάμνους και φυτά, αν έχουμε την βλάστηση στο μέγιστο, θα δυσκολευτούμε και εμείς οι ίδιοι να καταλάβουμε που βρισκόμαστε. Πλέον, δεν σκοτώνουμε κάποιον και τον κρύβουμε στους θάμνους αλλά φαίνεται σαν σακί με πατάτες ανάμεσα σε λίγα χορταράκια. Τώρα τα σώματα μένουν κρυμμένα και ούτε εμείς οι ίδιοι μπορούμε να τα διακρίνουμε.
Μαζί με το κλασικό οπλοστάσιο σπαθιών και πιστολιών, η ομάδα ανάπτυξης “καθάρισε” το U.I. με την πληροφορία να αποδίδεται πιο αποτελεσματικά, με πολλά στοιχεία να έχουν περιοριστεί. Βέβαια, το meme με το “μπουκωμένο” U.Ι. συνεχίζει να ισχύει αλλά πλέον σε πολύ μικρότερο βαθμό. Για να εκμεταλλευτούμε την κίνηση και το Stealth μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε Smokescreens, βόμβες και σφυρίγματα που είτε θα απωθήσουν τους εχθρούς μας είτε θα τους τραβήξουν πιο κοντά μας για να δώσουμε το τελικό χτύπημα. Οποιαδήποτε προσέγγιση και αν ακολουθήσουμε υπάρχει ένα συγκεκριμένο κουμπί που μας επιτρέπει να το κάνουμε αλλά και ένα Tool Wheel που μας επιτρέπει να αλλάζουμε τα εργαλεία μας άμεσα.

Αλλά δεν θα μιλούσαμε για Assassin’s Creed αν δεν υπήρχε και ένα σύστημα μάχης για τις στιγμές που μας εντοπίζουν. Το σύστημα μάχης εδώ μοιάζει με έναν συνδυασμό ανάμεσα στα πιο νέα παιχνίδια της σειράς και στο ένδοξο παρελθόν. Ο Edward επιτίθεται με δύο διαφορετικά σπαθιά για τις μάχες σώμα-με-σώμα και με δύο πιστόλια για πιο απομακρυσμένους εχθρούς. Light και Heavy χτυπήματα οδηγούν σε combos που μπορούν να σπάσουν τις άμυνες των αντιπάλων μας και να οδηγήσουν σε φαντασμαγορικές εκτελέσεις γεμάτες αίμα και καρφώματα. Dodges και Parries έρχονται στο προσκήνιο, ειδικά σε bosses και μεγαλύτερους εχθρούς, με το καθένα να ανοίγει διαφορετικά παράθυρα αντεπίθεσης. Η ροή της μάχης είναι ευχάριστη, σαν νερό και αν είμαστε προσεκτικοί μπορούμε γρήγορα να γίνουμε εργαλεία θανάτου ή οι πιο badass πειρατές που υπάρχουν.
Το πρόβλημα είναι πως, όπως και στο αρχικό παιχνίδι, η δυσκολία παραμένει ανισόρροπη. Ακόμα κι αν επιλέξουμε να παίξουμε στο πιο δύσκολο επίπεδο δυσκολίας, οι μάχες στην ξηρά μοιάζουν συχνά πολύ πιο εύκολες από το αναμενόμενο. Το remake προσθέτει αρκετές επιλογές προσβασιμότητας, μπορούμε να ρυθμίσουμε ξεχωριστά τη δυσκολία σε μάχη, stealth, ναυμαχίες και δραστηριότητες, κάτι θετικό από μόνο του, αλλά δεν αλλάζει το γεγονός ότι η βασική εμπειρία είναι πολύ πιο εύκολη απ’ όσο θα περίμενε κανείς από ένα remake που υπόσχεται πιο απαιτητικό gameplay.
Στη θάλασσα τα πράγματα κρατούν καλύτερα την ισορροπία τους. Το Jackdaw λειτουργεί ουσιαστικά όπως και παλιά, με κάποιες νέες δευτερεύουσες επιθέσεις, αλλά οι ναυμαχίες αποκτούν μια νέα οπτική πυκνότητα χάρη στον πυκνό καπνό από τα κανόνια, που μειώνει την ορατότητα και μας αναγκάζει αρκετές φορές να χάνουμε στόχο σε πιο έντονες στιγμές. Αυτό το χάος όμως είναι και η γοητεία του τίτλου αφού πολλές φορές μου θύμισε τις ημέρες του Sea of Thieves ή τα όνειρα που κάναμε όσο περιμέναμε το Skull & Bones. Και η απόβαση στα καράβια των εχθρών μας παραμένει μια στιγμή που ενθουσιάζει.

Στο κομμάτι του περιεχομένου, η ιστορία παραμένει η ίδια που ξέρουμε, ο Edward Kenway κυνηγά πλούτη στη χρυσή εποχή της πειρατείας, αλλά το remake προσθέτει τρεις νέους αξιωματικούς στο πλήρωμά μας, καθέναν με τη δική του σειρά αποστολών, πράγμα που φέρνει περίπου έξι επιπλέον ώρες παιχνιδιού. Το ενδιαφέρον είναι πως οι νέοι χαρακτήρες μένουν αρκετά απομονωμένοι από την κύρια πλοκή, λειτουργώντας περισσότερο σαν ωραία πρόσθετα παρά σαν οργανικό κομμάτι της αφήγησης κάτι που δεν είναι κακό, απλά δείχνει τα όριά σαν προσθήκη πάνω σε ένα ήδη ολοκληρωμένο σενάριο.
Η παλιά μεταγλώττιση έχει διατηρηθεί αυτούσια, γεγονός που βοηθάει την ιστορία να κρατήσει τη χημεία που είχε από την πρώτη στιγμή και να μας κάνει να νιώσουμε πως όντως είμαστε Άγγλοι που βρίσκονται κάπου στην Καραϊβική. Το voice acting είναι ικανοποιητικό, με τον Matt Ryan να δίνει μια δυνατή ερμηνεία που ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του Edward. Βέβαια, στιγμές που ακούμε τους ισπανόφωνους Voice Actors μας κάνουν και διαπιστώνουμε πως η ηχητική επιμέλεια εξακολουθούσε να θέλει δουλειά.
Ό,τι έλειπε στο αρχικό παιχνίδι λείπει και εδώ. Δεν υπάρχει multiplayer, ούτε τα παλιά DLC έχουν συμπεριληφθεί. Το Resynced είναι αποκλειστικά μια single player εμπειρία, κάτι λογικό αν σκεφτούμε πόσο δύσκολο θα ήταν να αναστηθεί ένα multiplayer κομμάτι δεκατριών ετών, αλλά σίγουρα θα λείψει σε όσους θυμούνται τις ναυμαχίες online.

Εκεί που υπήρχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως ήταν η απόδοση του παιχνιδιού. Σε γενικά πλαίσια, η απόδοση είναι φανταστική σε υπολογιστές με τα καρέ να κυμαίνονται σε σταθερά επίπεδα. Σε έναν υπολογιστή με NVIDIA RTX 4070, AMD Ryzen 7 5800X3D και 64GB Ram δεν αντιμετώπισα κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και με το παιχνίδι σε έναν SSD οι χρόνοι φόρτωσης ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι.
Εδώ όμως είναι που τα πράγματα αποκτούν ενδιαφέρον. Κατά την διάρκεια της Review περιόδου δεν είχα κατεβάσει τους τελευταίους drivers για να ενεργοποιηθούν στο μέγιστο τα προφίλ της NVIDIA και της AMD ενώ τα Frame Generation και Upscalers δουλεύανε χωρίς αυτή την βάση. Ομολογώ πως δεν χρησιμοποίησα Frame Generation και είχα όλες τις ρυθμίσεις στο μέγιστο δυνατό για Full HD (1080p) και ξεκλείδωτα τα FPS. Όπως ήταν αναμενόμενο, το οπτικό αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό και ίσως να μιλάμε για το καλύτερο γραφικά παιχνίδι του 2026 μέχρι στιγμής. Υπήρχαν διακυμάνσεις στο σύνολο των FPS και μερικά “καρφιά” στο Frame Pacing αλλά στο μεγαλύτερο κομμάτι ήταν όλα φανταστικά.
Αυτό κάπως αλλάζει με την εφαρμογή των Drivers και του Frame Generation. Για κάποιον λόγο, στο σύστημά μου, όταν ενεργοποίησα το Frame Generation για να δω αν υπάρχει διαφορά (πιστέψτε με, στο Monster Hunter Wilds η διαφορά είναι τεράστια) τότε ήταν που το Resynced άρχισε να κάνει “νερά”. Υπήρχαν συνεχόμενα microfreezes, σαν να φορτώνει η σκηνή, ενώ το Frame Generation έδειχνε ενεργοποιημένο ενώ δεν ήταν. Βρέθηκε όμως φως στο τούνελ. Το Shader Cache Compilation του παιχνιδιού πρέπει να ήταν κατεστραμμένο ή κακώς συγκροτημένηο (ίσως λόγω της απουσίας των drivers), αλλά διαγράφοντας τα configs files και το Shader Cache της DX12 μαζί με την cache της NVIDIA, οι shaders ξαναχτίστηκαν και το πρόβλημα έφυγε.
Έτσι, με το Frame Generation ενεργοποιημένο και με τα FPS “κλειδωμένα” στα 60 για πιο Smooth αποτέλεσμα στην ροή των καρέ, τα FPS διπλασιάστηκαν (από 60 Native FPS σε 120 Frame Generated FPS) ενώ τα καρέ στα cutscenes ξεκλειδώθηκαν από 30 FPS σε 60 FG δίνοντας μια καλύτερη, έστω και ψεύτικη, ματιά στην ανανεωμένη ιστορία.
Σε αυτό το σημείο θέλω να πω πως δεν έλειψαν και τα διάφορα glitches ή “χαζομάρες” που θα περιμέναμε από ένα παιχνίδι της Ubisoft με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Στα πλαίσια αυτού του…παραπατήματος, Ubisoft gotta Ubisoft. Με το καλημέρα σας, η εταιρεία αποφάσισε να διανέμει και έναν “σκασμό” από microtransactions που κοστολογούνται γύρω στα 80€ συνολικά. Σαν να μην έφτανε αυτό, πολλές ήταν οι φορές που κατά την διάρκεια του παιχνιδιού, παραθυράκια πετάγονταν από το πουθενά και μου λέγανε “Α υπάρχει αυτό το Skin, πήγαινε αγόρασέ το”. Είναι Single-player παιχνίδι. ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ SKIN. Και δεν θέλω να βλέπω διαφημίσεις την ώρα που παίζω. Αλλά, πλέον, πρέπει να υπάρχει διαφήμιση και μέσα στο νερό που πίνουμε…
Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Assassin’s Creed Black Flag Resynced είναι ένα remake που γίνεται άμεσα εντυπωσιακό, ρέει φανταστικά, φαντάζει πιο μοντέρνο από ποτέ, αλλά δεν λύνει μερικά βασικά προβλήματα που μπορεί να είχατε από το αρχικό. Ταυτόχρονα διαμορφώνει το σύστημα μάχης με τέτοιο τρόπο που μοιάζει γνώριμο αλλά και φρέσκο, δανειζόμενο στοιχεία από όλα τα παιχνίδια της σειράς που προηγήθηκαν.
Η απογοήτευση που υπήρξε από το Skull & Bones ήταν μεγάλη, δεν μπορώ να το αρνηθώ. Και παίζοντας το Black Flag Resynced μπορώ να καταλάβω γιατί οι fans της σειράς ζητούσαν ένα remake ή μια εμπειρία σαν το Black Flag. Είναι μια πολλή ευχάριστη single-player εμπειρία, ακόμα και αν δεν λείπουν οι “Ubisoft-ισμοί” με τα microtransations, τις διαφημίσεις εν ώρα gameplay και τα ανεξήγητα skins που δεν “κολλάνε” με το θέμα.
Αν η αγάπη σας για το Black Flag είναι μεγάλη, το Resynced θα δώσει έναν πολύ όμορφο λόγο να ξαναζήσετε την περιπέτεια του Edward. Ειδικά αν δεν έχετε παίξει το αρχικό παιχνίδι, αυτή η ανακατασκευή θα σας δώσει ίσως τον λόγο να το κάνετε ή απλά για να καταλάβετε γιατί αποτελεί ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της σειράς. Σίγουρα θα σας θυμίσει την ιστορία του Ezio και το gameplay εκείνης της εποχής αλλά για μια εποχή που χρειάζεται κάτι πιο μοντέρνο για να κάνει αίσθηση.
Ως remake, το Resynced πατάει σε γερά θεμέλια και χτίζει κάτι όμορφο. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Ubisoft βγήκε από την βαριά της τρικυμία…
Το Review Code ήταν μια παραχώρηση της Ubisoft για την σύνταξη αυτής της κριτικής. Η κριτική έγινε σε PC.
Σημείωση: Το Review βασίστηκε στο κύριο περιεχόμενο και την δουλειά που έχει γίνει στο Remake. H Ubisoft επιμένει στις αηδιαστικές τακτικές και από την στιγμή που υπάρχει κόσμος που αγοράζει, αυτό δεν θα σταματήσει. Ναι, μπορούμε να τα αγνοήσουμε αλλά όταν το παιχνίδι σου “σπαμάρει” παραθυράκια που πρέπει να βρεις πως κλείνεις, ε…δεν μπορείς και να μην σε νοιάζει.
Assassin's Creed Black Flag Resynced
Ένα remake που πείθει από την πρώτη στιγμή, χάρη στις εντυπωσιακές ανανεώσεις του. Η Καραϊβική μοιάζει καλύτερη και πιο ζωντανή από ποτέ, το parkour ρέει φυσικά και ανενόχλητα και το σύστημα μάχης δανεισμένο από τους προηγούμενους της σειράς, δίνει την αίσθηση ενός γνώριμου και ταυτόχρονα φρέσκου παιχνιδιού. Οι ναυμαχίες παραμένουν το δυνατό χαρτί, ενώ η ιστορία του Edward Kenway κερδίζει εντυπώσεις και κλείνει ορισμένες "τρύπες". Υπάρχουν μερικές ανισορροπίες στην δυσκολία αλλά όλα αυτά χάνονται όταν ζήσουμε το gameplay και απολαύσουμε το πολύ καλό optimization.
