Μια κουκουβάγια πολεμιστής, ένα δαιμονικό ξίφος με σαρκαστικό χαρακτήρα και ένας κόσμος που αναμειγνύει το ανατολίτικο folklore με την cyberpunk αισθητική. Η Monster Theatre και η eastasiasoft επιχειρούν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό, κάτι που θα λειτουργούσε σε άλλες περιπτώσεις, κάτι που άλλα παιχνίδια όπως το Owlboy κατάφεραν με την μοναδική αισθητική και το διασκεδαστικό gameplay τους. Το Atomic Owl, αν και στα χαρτιά ακούγεται διασκεδαστικό, δεν είναι για όλους. Είναι ένας τίτλος με αδυναμίες που το κρατούν πίσω και δεν το αφήνουν να αξιοποιήσει πλήρως τις εμπνεύσεις του.
Μιλάμε για ένα roguelike action platformer, ένα παιχνίδι που δανείζεται αρκετά στοιχεία από τους μεγάλους του συγκεκριμένου υποείδους και τα αναμειγνύει με χρώματα και αισθητική που δεν κολλάει όσο θα περιμέναμε. Οι κουκουβάγιες, τα κοράκια και όλα τα πλάσματα που θα συναντήσουμε κατά την διάρκεια του gameplay δημιουργούν ένα σύνολο που ενώ στην αρχή μου φάνηκε ενδιαφέρον, δεν μπόρεσε να μου το κρατήσει μέχρι το τέλος και, αντιθέτως, με κούρασε.

Δύο χρόνια κολλημένοι σε ένα δέντρο
Η ιστορία περιτριγυρίζει τον Hidalgo, αρχηγό της φυλής Bladewing, ο οποίος βρίσκει τους συντρόφους του διεφθαρμένους από τον Omega Wing, ένα κοράκι με μαγικές ικανότητες οποίος τους έχει στρέψει εναντίον του. Μετά από δύο χρόνια αιχμαλωσίας σε ένα δέντρο, τον ελευθερώνει ένα δαιμονικό σπαθί που ονομάζεται Mezameta, ένα ον με έντονη προσωπικότητα, χαζό χιούμορ και συνεχή διάθεση για σαρκασμό εις βάρος του πρωταγωνιστή. Αυτή η σχέση μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών είναι αναμφίβολα η πιο επιτυχημένη πτυχή της αφήγησης, αν και μοιάζει κάπως βγαλμένη από την αντίστοιχη του Forspoken.
Ο κόσμος που θα εξερευνήσουμε και ίσως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την σύνθεση της ιστορίας και του lore γενικότερα, χωρίζεται σε διαφορετικές περιοχές όπως πυκνά δάση, νέον μηχανικές πόλεις και ναούς με ιαπωνικές αναφορές και αισθητική, που δίνουν στο παιχνίδι μια οπτική ποικιλία που το κρατούν φρέσκο. Βέβαια, όπως συνηθίζεται τελευταία με τα παιχνίδια του είδους, η ιστορία δεν έχει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να την εξερευνήσουμε αφού στο επίκεντρο βρίσκεται μια ιστορία αιχμαλωσίας και ελαφριάς εκδίκησης που δεν έχει την ουσία που θα περιμέναμε από αυτή. Σίγουρα, τίτλοι όπως το Hades, μας έχουν κακομάθει σε αυτό το πλαίσιο αλλά, όπως είναι αναμενόμενο, έχουν σηκώσει και υψηλά τον πήχη για τους νέους τίτλους.

Ένα roguelite χωρίς τύχη
Το βασικό gameplay του Atomic Owl είναι ένός τυπικού roguelite. Αποτυγχάνουμε, επιστρέφουμε στην βάση μας, επενδύουμε σε αναβαθμίσεις όπως αύξηση υγείας, επιπλέον revives και βελτιώσεις στα όπλα και ξαναπροσπαθούμε. Αυτός ο κύκλος λειτουργεί όπως είναι το αναμενόμενο και είναι ικανός να προσφέρει ικανοποιητική την υποτυπώδη αίσθηση προόδου ακόμα και μετά από τις αποτυχίες μας.
Ωστόσο, εδώ εντοπίζεται μια από τις πιο σημαντικές παρατηρήσεις από τα καθιερωμένα αφού τα επίπεδα δεν παράγονται τυχαία. Κάθε run ακολουθεί την ίδια ακριβώς διάταξη όπως ίδια σημεία για τους εχθρούς, ίδια εμπόδια, ίδια αφεντικά. Αυτό σημαίνει ότι σταδιακά μαθαίνουμε τα πάντα απέξω, κάτι που δίνει μεν την ικανοποίηση ότι τα ξέρουμε, αλλά φέρνει το παιχνίδι πιο κοντά σε ένα πιο παραδοσιακό platformer χωρίς checkpoints παρά σε αυτό που συνήθως περιμένουμε από ένα roguelite.
Αντίθετα, κατά τη διάρκεια κάθε προσπάθειας μαζεύουμε προσωρινές αναβαθμίσεις όπως τριπλά άλματα, φλεγόμενες επιθέσεις, αποκρούσεις και counters, που μπορούν να αλλάξουν εντελώς τη δύναμη και το build μας. Η τυχαιότητα αυτών των upgrades είναι που κρατά κάποια αυτή την αίσθηση αστάθειας αφού σε ένα run μπορεί να δημιουργήσουμε εξαιρετικούς συνδυασμούς ενώ στο επόμενο να μην μπορούμε να περάσουμε καν τις πρώτες περιοχές.

Τέσσερα όπλα, πολλά αντανακλαστικά
Εκεί που ξεχωρίζει λίγο παραπάνω το Atomic Owl είναι στο σύστημα μάχης του. Στον πυρήνα του είναι γρήγορο και απαιτητικό. Έχουμε στην διάθεσή μας τέσσερα βασικά όπλα, τα οποία μπορούμε να αλλάξουμε άμεσα και χωρίζονται σε ένα απλό σπαθί, ένα μαστίγιο μεγάλης εμβέλειας, ένα βαρύ τσεκούρι και ένα δρεπάνι που λειτουργεί ως boomerang. Η εναλλαγή μεταξύ τους ανάλογα με τον τύπο εχθρού είναι βασική στην προσέγγιση κάθε μάχης μιας και κάθε εχθρός έχει διαφορετικές αδυναμίες.
Οι εχθροί που θα συναντήσουμε είτε βρίσκονται σε ομάδες ή με μοτίβα που απαιτούν αποστήθιση, ενώ τα platforming κομμάτια απαιτούν φοβερή ακρίβεια σε πλοήγηση και αποφυγές. Το πρόβλημα είναι ότι η κάμερα είναι πολύ μακριά από τη δράση, ΄με τον Hidalgo να γίνεται μικρός μέσα στο χάος των neon lights και των pixel effects με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να χανόμαστε στο χάος και να μην ξέρουμε που βρισκόμαστε.

Πέρα από το χάος και την σύγχυση, η ζημιά που προκαλούμε είναι κάπως τυχαία αφού με το ίδιο όπλο μπορούμε να προκαλέσουμε μεγάλη ζημιά σε έναν εχθρό, ενώ άλλες φορές, στον ίδιο εχθρό με το ίδιο όπλο μπορεί να μην του κάνουμε γρατζουνιά. Αυτό σημαίνει πως η εναλλαγή στα όπλα δεν βοηθάει ουσιαστικά τις καταστάσεις στις οποίες θα βρεθούμε με την τύχη να γίνεται ο πιο αβάσιμος και μεγαλύτερος παράγοντας.
Αυτό που με απογοήτευσε περισσότερο απ’όλα όμως είναι η γενικότερη αίσθηση που αφήνει το παιχνίδι. Αρχικά, το γεγονός ότι όλα είναι μικροσκοπικά και απομακρυσμένα, ναι μεν δίνει μια καλύτερη οπτική του χώρου αλλά μας στερεί την δράση και τις απαραίτητες λεπτομέρειες για την ώρα της μάχης. Παράλληλα, η αίσθηση του combat είναι ‘floaty’, δηλαδή αφήνει την εντύπωση ότι τα χτυπήματά μας δεν ενώνονται με τον εχθρό και δεν υπάρχει αυτή η ευχαρίστηση του χτυπήματος. Είναι δύσκολο να εξηγήσω αυτή την αίσθηση οπότε απλά σκεφτείτε το βάρος που έχουν οι επιθέσεις σε πιο ΑΑΑ τίτλους ή άλλα indie παιχνίδια όπως το Dead Cells και το Hades.

Neon αλλά όχι τόσο…νέον
Το Atomic Owl είναι αναμφίβολα ξεχωριστό σε όσα αφορούν την παρουσίαση. Το pixel art είναι προσεγμένο, με λεπτομερείς χώρους και μια παλέτα που εναλλάσσει neon φωτεινά με πιο σκοτεινές, ατμοσφαιρικές τοποθεσίες βοηθώντας το Cyberpunk στοιχείο να λάμψει. Τα εφέ φωτισμού και των particles κατά τη διάρκεια της μάχης είναι εντυπωσιακά αλλά ταυτόχρονα μέρος του λόγου που χάνουμε τα αυγά και τα πασχάλια. Η pixelated αισθητική του όμως δεν βοηθάει το γεγονός που προανέφερα, ότι τα χτυπήματα δεν έχουν το βάρος που θα θέλαμε και ίσως για αυτό φταίνε τα μοντέλα.
Ευτυχώς, στο Nintendo Switch 2 δεν συναντήσαμε ιδιαίτερα προβλήματα στην απόδοση. Καθόλη την διάρκεια του gameplay, είτε στο Dock είτε σε Portable Mode δεν υπήρχαν προβλήματα και, δεδομένου ότι μιλάμε για έκδοση του Switch, το TV Portable Mode του Switch κάνει το κατάλληλο upscaling και βοηθάει αρκετά στην απόδοση, την εικόνα και την ευκρίνεια.
Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Atomic Owl έχει “χαρακτήρα” και αρκετές σωστές ιδέες, αλλά δεν τις αξιοποιεί πλήρως. Πρώτο και σημαντικότερο, η απουσία του procedural generation το απομακρύνει από ό,τι συνήθως περιμένουμε από το είδος, ενώ η ισορροπία στο combat και το χάος που επικρατεί κατά την διάρκεια της δράσης, ειδικά δεδομένης της μεγάλης απόστασης από αυτή κουράζουν στην πορεία.
Για όσους αντέχουν τις μονότονες, προβλέψιμες επαναλήψεις και απολαμβάνουν τα απαιτητικά action platformers με ελκυστικά γραφικά και pixelated περιβάλλοντα, υπάρχει αρκετός λόγος να το δοκιμάσουν. Για τους υπόλοιπους, η εμπειρία μπορεί να είναι πιο απογοητευτική από ό,τι ανταμείβουσα.
Το Review Code ήταν μια παραχώρηση της εκδότριας εταιρείας για τους σκοπούς της κριτικής. Το Review έγινε σε Nintendo Switch 2.
Atomic Owl
Ένα roguelite action platformer με ιδιαίτερες και ενδιαφέρουσες ιδέες, όμως δεν τις αξιοποιεί πλήρως. Παρά το γρήγορο combat και την ξεχωριστή παρουσίαση, η απουσία procedural generation, η επαναληψιμότητα και η ασταθής αίσθηση το κρατούν πίσω.
