Το έχω πει, ξανά και ξανά, πως το Switch ήταν η αγαπημένη μου κονσόλα οπότε ήταν παραπάνω από “λογικό” να προπαραγγείλω το Switch 2. Όπως φαίνεται, καλά έκανα μιας και τώρα είναι η τελευταία ευκαιρία να το αγοράσει κανείς πριν η τιμή αυξηθεί για άλλη μια φορά. Και σαν ένα πιο “αδύναμο” σύστημα, είναι αναμενόμενο να δίνουμε προτεραιότητα σε παιχνίδια της ίδιας της εταιρείας και αργότερα στα διάφορα indie και third-party titles που έρχονται. Τίτλοι όπως το Resident Evil 9, το Cyberpunk 2077 και σύντομα το The Witcher 3: Wild Hunt Remastered μας δείχνουν τις πραγματικές ικανότητες αλλά και το ταλέντο των ομάδων ανάπτυξης. Έτσι, ήταν ευχάριστη η έκπληξη όταν ανακοινώθηκε πως το Elden Ring θα κυκλοφορούσε επίσημα σε κονσόλα της Nintendo αλλά το πρώτο πράγμα που όλοι αναρωτηθήκαμε ήταν αν θα άντεχε. Το Lands Between είναι φτιαγμένο για οθόνες τεσσάρων μέτρων και υπολογιστές με ακριβά εξαρτήματα, όχι για μια κονσόλα που χωράει σε μια τσάντα πλάτης.
Το Elden Ring: Tarnished Edition κυκλοφορεί επίσημα στο Nintendo Switch 2, τέσσερα χρόνια μετά την αρχική κυκλοφορία του παιχνιδιού και είναι η πρώτη επίσημη εμφάνιση της FromSoftware σε κονσόλα της Nintendo. Η κυκλοφορία του παιχνιδιού άργησε αρκετά μιας και οι πρώτες εικόνες της απόδοσής του ήταν αρκετά αποθαρρυντικές. Μετά από περίπου έναν χρόνο από την κυκλοφορία της κονσόλας, η FromSoftware κατάφερε να κάνει τις κατάλληλες θυσίες ώστε να κάνει τον τίτλο να τρέχει κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά.
Η Tarnished Edition του βραβευμένου τίτλου δεν προσθέτει νέες περιοχές, νέα αφεντικά ή νέο lore αλλά δύο νέες κλάσεις και μερικές διορθώσεις και βελτιώσεις. Οι νέες κλάσεις είναι διασκεδαστικές για λίγες ώρες και το να ντύσουμε το άλογό μας με διαφορετική πανοπλία είναι ένα ωραίο μικρό extra, όμως τίποτα από αυτά δεν αλλάζει την βάση της εμπειρίας. Στην ουσία, αγοράζουμε ένα port με μερικά extraδάκια, με έναν τρόπο που θυμίζει κάτι από Nightreign – το οποίο δεν αποκλείεται να δούμε και στο Switch 2 μελλοντικά.
Η ιστορία του Elden Ring, γραμμένη σε συνεργασία των Hidetaka Miyazaki με τον George R.R. Martin, δεν αφηγείται τίποτα με τον παραδοσιακό τρόπο και για όσους έχουν επενδύσει σε αυτή δεν θα βρουν κάτι νέο εδώ. Τα πάντα που μαθαίνουμε για τον κόσμο τα μαθαίνουμε μέσα από τις περιγραφές διαφόρων αντικειμένων, σκόρπιους διαλόγους και cutscenes, αφήνοντάς μας να συνδέσουμε τα κομμάτια μόνοι μας (ή να δούμε κάποια έκθεση στο Youtube). Στη νέα έκδοση αυτή η ατμόσφαιρα παραμένει άθικτη. Η μουσική μπαίνει διακριτικά στις εξερευνήσεις και ξεσπάει στις μάχες αφεντικών και ο περιβαλλοντικός ήχος, από τον άνεμο στα χωράφια μέχρι και το τρίξιμο κάτω από τις μπότες μας, ακούγεται εξίσου καθαρά μέσα από τα μικρά ηχεία της κονσόλας όσο και σε ένα σωστό σετ ακουστικών.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα, το αν αξίζει να ξαναζήσουμε το Elden Ring από την αρχή, αυτή τη φορά σε φορητή μορφή. Για όσους δεν έχουν παίξει ποτέ το παιχνίδι, η απάντηση είναι πιο απλή. Το Lands Between παραμένει ένας από τους πιο πυκνούς ανοιχτούς κόσμους που έχουμε εξερευνήσει, όχι επειδή είναι μεγάλος για χάρη του μεγέθους, αλλά επειδή σχεδόν κάθε γωνιά του κρύβει κάτι, ένα όπλο, ένα υλικό αναβάθμισης, μια μικρή ιστορία που δεν εξηγείται ποτέ πλήρως, μυστικά αφεντικά και εκπλήξεις που μας καλούν να ψάξουμε λίγο καλύτερα. Αυτή είναι και η αίγλη του Elden Ring, δηλαδή το ότι καθώς παίζουμε θα ανακαλύπτουμε και από κάτι σε σημεία που ποτέ δεν περιμέναμε.

Μιλάμε για ένα τυπικό soulslike το οποίο ενισχύεται πάρα πολύ από την δομή του κόσμου, την λογική του gameplay και τις διαφορές από την γνωστή φόρμουλα της εταιρείας. Πρώτο και σημαντικό στοιχείο είναι η ανάπτυξη του χαρακτήρα μας, η οποία δεν βασίζεται μόνο στο leveling up αλλά και στον τρόπο που συνθέτουμε το build μας. Καθώς προοδεύουμε και εξερευνούμε βρίσκουμε νέα όπλα, πανοπλίες, ξόρκια και αντικείμενα υποστήριξης που αλλάζουν εντελώς τον τρόπο που παίζουμε. Αν συναντήσουμε έναν αντίπαλο που μας συντρίβει, η λύση σπάνια είναι να χτυπάμε το κεφάλι μας ξανά και ξανά στον ίδιο τοίχο. Αντιθέτως, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να φεύγουμε, να πηγαίνουμε αλλού, να δυναμώνουμε τον χαρακτήρα μας με ό,τι βρούμε στον δρόμο και να πιστρέφουμε αργότερα πιο έτοιμοι. Αυτή η ελευθερία ήταν και παραμένει το πιο έξυπνο σχεδιαστικό κόλπο του παιχνιδιού. Παίρνει τη φιλοσοφία του Dark Souls, όπου κάθε εμπόδιο πρέπει να λυθεί με επιμονή και της δίνει διέξοδο μέσω του αγαπημένου…”git gud“. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε πεισματικά. Μπορούμε απλώς να προχωρήσουμε και να εξελιχθούμε κάπου αλλού.
Η εξερεύνηση παραμένει στο επίκεντρο και πολλές φορές η ίδια η ανακάλυψη μιας κρυμμένης περιοχής είναι η ανταμοιβή, χωρίς να χρειάζεται να βρούμε τίποτα μέσα της για να νιώσουμε πως άξιζε τον κόπο. Υπάρχουν μικρές, προαιρετικές γωνιές που τις περνάμε μέσα σε λίγα λεπτά και υπάρχουν και τεράστια dungeons με τη δική τους δομή, τα δικά τους παζλ και τη δική τους ατμόσφαιρα, που μπορούν να μας απασχολήσουν για ώρες και να μας οδηγήσουν σε μεγάλα αφνετικά. Θα περάσουμε δεκάδες ώρες ανακαλύπτοντας από την αρχή κάθε γωνία και θα χρειαστούμε αρκετά New Game+ για να δούμε τα πάντα – αλλά και πάλι δεν θα τα έχουμε δει.

Οι μάχες με τα αφεντικά είναι ο βασικός στόχος όλης της περιπλάνησης και της προετοιμασίας μας και, όπως είναι αναμενόμενο, δεν θα λέγαμε πως αποτελούν μια βόλτα στο πάρκο. Έτσι, για να μπορέσουμε να εξισορροπήσουμε λίγο την κατάσταση, κατά την διάρκεια της εξερεύνησης θα βρούμε Summons, τα οποία παραμένουν ένα από τα πιο έξυπνα εργαλεία εξισορρόπησης δυσκολίας αφού μπορούν να είναι ένας μικρός περισπασμός που μας επιτρέπει να επιτεθούμε στον εχθρό μας ή ένα εξαιρετικά δυνατό βοήθημα που αλλάζει ολόκληρη τη μάχη υπέρ μας. Το ωραίο είναι πως εμείς αποφασίζουμε πόσο θα βασιστούμε σε αυτά. Όσοι θέλουν καθαρή, ωμή δυσκολία μπορούν να τα αγνοήσουν εντελώς. Όσοι θέλουν λίγη βοήθεια σε ένα δύσκολο αφεντικό δεν έχουν κανέναν λόγο να ντρέπονται που τα χρησιμοποιούν. Στην περίπτωσή μου, τα summons ήταν αυτά που με κράτησαν να μην πετάξω το χειριστήριο στον τοίχο.
Στην ίδια λογική, τα Ashes of War, ικανότητες που μπορούμε να εξοπλίσουμε, δίνουν στα όπλα μας μια δεύτερη ζωή. Το ίδιο σπαθί μπορεί να συμπεριφέρεται εντελώς διαφορετικά ανάλογα με το ποιο Ash of War τοποθετούμε πάνω του, αλλάζοντας το scaling των στατιστικών αλλά και τις ίδιες τις κινήσεις μάχης που έχουμε στη διάθεσή μας. Σε συνδυασμό με την ελευθερία στην κατανομή στατιστικών, φτιάχνουμε builds που μοιάζουν πραγματικά δικά μας και όχι παραλλαγές του ίδιου πολεμιστή με διαφορετικό όνομα.

Αυτό που ήταν καινούργιο για εμένα, μιας και δεν το έπαιξα ποτέ, ήταν το Shadow of the Erdtree, ενώ όταν είδα πως ήταν αρκετά πιο δύσκολη από το βασικό παιχνίδι δεν ένιωθα την ίδια όρεξη να την δοκιμάσω. Εδώ λοιπόν, ήταν μια καλή ευκαιρία. Αυτό διότι, η επέκταση προσθέτει το δικό της σύστημα προόδου μέσω των Scadutree Fragments, υλικά που δυναμώνουν την επίθεση και την άμυνά μας όσο βρισκόμαστε στον κόσμο του DLC. Είναι ένας έξυπνος τρόπος να κρατηθεί η δυσκολία διαχειρίσιμη σε μια επέκταση που, ας μην το κρύψουμε, είναι εξίσου αδίστακτη με το βασικό παιχνίδι, αν όχι περισσότερο.
Και μιλώντας για δυσκολία, ας είμαστε ειλικρινείς. Το Elden Ring παραμένει σκληρό παιχνίδι και δεν υπάρχει καμία επιλογή για χαμηλότερο επίπεδο. Η πίεση από πολλούς εχθρούς ταυτόχρονα, η διαχείριση της αντοχής, η εκμάθηση των patterns κάθε αφεντικού και η τιμωρία για κάθε βιαστική κίνηση συνθέτουν μια εμπειρία που απαιτεί υπομονή. Προσωπικά χρειάστηκα αρκετές προσπάθειες και πολλές φωνές για να περάσω ορισμένα σημεία και δεν το λέω αυτό ως παράπονο. Το λέω μαζοχισμό και μέρος της γοητείας του παιχνιδιού, ακόμα κι αν κάποιες φορές ένιωθα πως θα ήθελα μια πιο ήπια δυσκολία. Αλλά, η λύση ήταν απλά να κλείσω τα πάντα και να επιστρέψω μια άλλη ημέρα.

Αλλά όλα αυτά τα ξέρετε λίγο πολύ. Elden Ring, Soulslike, παλούκι παιχνίδια κ.ο.κ. Τι κάνει όμως την Tarnished Edition ελκυστική;
Εδώ φτάνουμε στο κομμάτι που μας ενδιέφερε περισσότερο πριν καν ανοίξουμε το παιχνίδι, το πόσο αντέχει το παιχνίδι σε μια οθόνη επτά ιντσών. Η φορητή έκδοση κρατάει σε μεγάλο βαθμό την εντυπωσιακή εμφάνιση του αρχικού παιχνιδιού. Οι θυσίες σε στοιχεία όπως η απόσταση σχεδίασης υπάρχουν, όμως δεν είναι κάτι που θα προσέξουμε αν δεν ψάχνουμε συνειδητά για ατέλειες. Οι μεγάλες εικόνες, τα κάστρα που ξεπροβάλλουν στον ορίζοντα, η κλίμακα ολόκληρου του κόσμου, όλα παραμένουν εντυπωσιακά ακόμα και σε μια φορητή συσκευή, κάτι που δεν θεωρούσαμε δεδομένο πριν το δοκιμάσουμε.
Η απόδοση στοχεύει τα 30fps και μένει σταθερή τις περισσότερες φορές, ακόμα και σε απαιτητικές μάχες με πολλούς ή ιδιαίτερα μεγάλους εχθρούς, όπου περιμέναμε πολύ περισσότερα προβλήματα. Υπάρχουν περιστασιακές πτώσεις κατά τη μετακίνηση στον ανοιχτό κόσμο, κυρίως όταν τρέχουμε πάνω στο Torrent περνώντας από περιοχή σε περιοχή, όμως δεν μοιάζουν με συστηματικό πρόβλημα που θα χαλάσει την εμπειρία. Θα θέλαμε πάντως μια επιλογή για διαφορετικά presets απόδοσης, κάτι που πλέον θεωρούμε σχεδόν δεδομένο σε παιχνίδια αυτού του μεγέθους και η απουσία του εδώ περιορίζει τον έλεγχο που έχουμε πάνω στην γενικότερη εμπειρία μας.
Υπάρχει και το ζήτημα της τιμής. Περίπου 80€ για ένα παιχνίδι και μια επέκταση που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια σε άλλες πλατφόρμες είναι μια απαιτητική τιμή, ακόμα κι αν πρόκειται για την πρώτη φορά που το βλέπουμε σε κονσόλα Nintendo. Καταλαβαίνουμε τη λογική πίσω από αυτή, το κόστος της βελτιστοποίησης για φορητό υλικό δεν είναι μικρό, αλλά γεννιέται και το ερώτημα αν αξίζει μια εκ νέου επένδυση για κάτι που ίσως έχουμε ήδη παίξει.

Συμπέρασμα
Το Elden Ring: Tarnished Edition είναι περισσότερο…Elden Ring. Θυμάμαι πριν από μερικές ημέρες που συζητούσα με έναν φίλο μου για τον ερχομό της Remastered Edition του The Witcher 3 στο Switch 2 και πόσο όμορφη θα είναι η εμπειρία σε μια αγαπημένη και πιο ελαφριά φορητή κονσόλα, ειδικά αν αναλογιστούμε και το Cross-Save Functionality. Αλλά παρεκτρέπομαι. Ίσως και όχι όμως γιατί η Tarnished Edition κάνει αυτό το πράγμα, δηλαδή μας δίνει έναν ήδη αγαπημένο τίτλο σε ένα νέο σύστημα, σε ένα σύστημα που τελικά καταφέρνει να το σηκώσει και να μας το προσφέρει σε βόλτες, στο κρεβάτι ή όπου αλλού παίρνουμε την κονσόλα.
Παρόλα αυτά, όσοι έχουν ήδη ολοκληρώσει το παιχνίδι στο PC ή σε PlayStation πιθανότατα δεν χρειάζονται λόγο να ξαναπληρώσουν, εκτός αν η ιδέα του να εξερευνούν στο τρένο ή στον καναπέ, μακριά από τηλεόραση, τους φαίνεται αρκετά ελκυστική. Για όσους περίμεναν χρόνια μια ευκαιρία να μπουν επιτέλους σε αυτόν τον κόσμο ενώ δεν έχουν κάποια κονσόλα τελευταίας τεχνολογίας ή δυνατό υπολογιστή, αυτή είναι η στιγμή και σπάνια μια τόσο μεγάλη εμπειρία χωράει τόσο καλά σε κάτι τόσο μικρό.
Elden Ring: Tarnished Edition
To βραβευμένο παιχνίδι της FromSoftware επιστρέφει και μάλιστα σε μια κονσόλα που κανείς δεν πίστευε ότι θα καταφέρει να το σηκώνει. Ναι, έχουν γίνει θυσίες στα γραφικά και σε ορισμένα τμήματα του παιχνιδιού όμως το τελικό αποτέλεσμα μας αφήνει παραπάνω από χαρούμενους.
Τα καλά
- Σταθερή απόδοση μετά τα προβληματικά πρώτα demo
- Οι δύο νέες κλάσεις αλλάζουν αισθητά τον ρυθμό, ειδικά στην αρχή
- Η εξερεύνηση παραμένει εξίσου εθιστική
Τα όχι και τόσο καλά
- Κλειδωμένο στα 30FPS
- Εμφανής πτώση σε ανάλυση
- Ελάχιστο νέο περιεχόμενο για όσους έχουν ήδη τελειώσει το παιχνίδι αλλού
- Περιστασιακές πτώσεις καρέ σε γεμάτες μάχες με πολλούς εχθρούς
