To Nintendo Switch 2 γίνεται, κάθε ημέρα που περνάει, μια κονσόλα που αξίζει και με το παραπάνω την προσοχή μας. Το hardware είναι ενισχυμένο αρκετά σε σχέση με τον προκάτοχό του, πιο στιβαρό, ενώ η υποστήριξη που δέχεται από τρίτες ομάδες ανάπτυξης – και σε ορισμένες περιπτώσεις και από την ίδια την Nintendo με κυκλοφορίες όπως το Splatoon Raiders και το Donkey Kong Bananza – το βοηθάνε να ανέβει. Βέβαια, η υποστήριξη αυτή έρχεται με θυσίες αφού πολλά new-gen παιχνίδια πρέπει να μειώνουν την ποιότητα των γραφικών τους, την απόδοση ή να αφαιρούν περιεχόμενο για να μπορούν να τρέξουν στην πιο αδύναμη κονσόλα αυτής της γενιάς. Εξάλλου, η Nintendo φημίζεται για το γεγονός ότι δεν επενδύει στο υλικό αλλά στο λογισμικό.
Σαφώς, αυτή η προσπάθεια να δημιουργήσει μια κονσόλα που είναι τόσο φορητή όσο και στατική, έφερε το ενδιαφέρον και σε πολλές ομάδες ανάπτυξης να μεταφέρουν τα παιχνίδια τους σε αυτή. H NeoWiz μπορεί να θεωρηθεί μια τέτοια ομάδα αφού το Lies of P είναι το επόμενο παιχνίδι αυτής της γενιάς που έρχεται στην κονσόλα και, από αυτά που είδαμε, μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για μια μεταφορά που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.
Το Lies of P παίρνει μια ιστορία που σίγουρα έχουμε ακούσε κάποια φορά στην ζωή μας. Βασίζεται στον Πινόκιο του Carlo Collodi, την ιστορία της ξύλινης κούκλας που ήθελε να γίνει πραγματικό αγόρι αλλά όταν έλεγε ψέματα μεγάλωνε η μύτη της. Η NeoWiz πήρε αυτόν τον μύθο το 2023 και τον έστριψε προς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, σε ένα σκοτεινό Soulslike που δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το παραμύθι που θυμόμαστε από παιδιά.
Αν και έχω παίξει αρκετά από το είδος, με πολλές φορές να έχω “cheeseάρει” τις προσπάθειές μου σε κάποιες περιπτώσεις, δεν θεωρώ πως είμαι από τους πιο σκληροπυρηνικούς παίκτες σε Soulslike παιχνίδια. Μου αρέσει η πρόκληση αλλά όχι όταν μετατρέπεται σε τιμωρία και το Lies of P είχε από την πρώτη του κυκλοφορία τη φήμη ενός από τα πιο ανελέητα παιχνίδια του είδους. Δεν θα κρύψω πως είχα προσπαθήσει να το δοκιμάσω το 2023 αλλά τόσο οι κυκλοφορίες που έβγαιναν τόσα χρόνια, όσο και το γεγονός ότι δεν μπορούσα να κάθομαι μόνο στον υπολογιστή, με έστρεψαν μακριά από τον τίτλο. Αυτή η κυκλοφορία ήταν μια καλή ευκαιρία να επιστρέψω μιας και η φορητότητα είναι κάτι παραπάνω από ευπρόδεκτη. Έτσι, ξεκίνησα, με κάποια επιφύλαξη, περιμένοντας κάτι που θα με τσακίσει. Και σε αρκετές στιγμές, αυτό και έγινε.
Αναλαμβάνουμε τον ρόλο του Πινόκιο, μιας κούκλας φτιαγμένης από τον Geppetto που ξυπνά μέσα στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Krat χωρίς αναμνήσεις. Αντί για ξύλο, το σώμα του μοιάζει ενοχλητικά ανθρώπινο και η φωνή που τον καθοδηγεί από την πρώτη στιγμή ανήκει στην Gemini, τη δική τους εκδοχή του Jiminy Cricket. Η Krat ήταν κάποτε γνωστή για την ακμάζουσα βιομηχανία κουκλών της, όμως τώρα βρίσκεται σε πλήρη κατάρρευση, γεμάτη μηχανικές κούκλες που έχουν καταληφθεί από κάτι που το παιχνίδι ονομάζει «Puppet Frenzy» και επιτίθενται σε οτιδήποτε κινείται. Ο κόσμος γύρω μας θυμίζει μια σκοτεινή, στριμμένη εκδοχή της ευρωπαϊκής Belle Époque, με στενά δρομάκια, ατμομηχανές και μια αίσθηση παρακμής σε κάθε γωνιά. Ο στόχος του Πινόκιο είναι να βρει τον πατέρα του στο κοντινό ξενοδοχείο και να αντιμετωπίσει αυτή την “αρρώστια”, όμως ο δρόμος μέχρι εκεί είναι γεμάτος κινδύνους από την πρώτη στιγμή.
====
Το σύστημα μάχης ακολουθεί τη γνωστή Soulslike συνταγή αλλά με τη δική του πινελιά. Οι εχθρικές κούκλες έχουν κάπως καθυστερημένες κινήσεις, κάτι λογικό αφού πρόκειται για μηχανές και πρέπει να μάθουμε να αποφεύγουμε ή να παραμερίζουμε την κατάλληλη στιγμή για να μπορέσουμε να αντεπιτεθούμε με ασφάλεια. Ένα καθαρό block μειώνει τη ζημιά που δεχόμαστε και ταυτόχρονα σπάει την ισορροπία του αντιπάλου, κάνοντάς τον πολύ πιο ευάλωτο σε ένα δυνατό χτύπημα. Κάθε τύπος κούκλας έχει διαφορετικά patterns επίθεσης και το timing αλλάζει συνεχώς, οπότε δύσκολα χαλαρώνει το χέρι μας πάνω στο χειριστήριο. Οι αντεπιθέσεις μας δίνουν λίγη ανάσα αφού αναπληρώνουν προσωρινά κομμάτι της ζωής μας, κάτι που βοηθά αρκετά όταν η κατάσταση ξεφεύγει. Φυσικά, θα πεθάνουμε συχνά και κάθε φορά χάνουμε το Ergo που έχουμε μαζέψει, επιστρέφοντας στον τελευταίο Stargazer (δηλαδή τον σταθμό) που επισκεφτήκαμε.

Οι περιοχές που θα εξερευνήσουμε είναι γραμμικές αλλά είναι και μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του παιχνιδιού. Παρά την μορφή των επιπέδων, αυτά κρύβουν αρκετά κλειδωμένα δρομάκια, συντομεύσεις που ανοίγουν προς τα πίσω και μικρά δωμάτια με λάφυρα που ανταμείβουν την περιέργειά μας αλλά και lore που μας δίνει μια πιο σφαιρική εικόνα για τον κόσμο και το τι συμβαίνει. Η κάθετη δομή πολλών περιοχών, με σκάλες, ανελκυστήρες και στέγες που συνδέονται μεταξύ τους, θυμίζει έντονα τη λογική της FromSoftware, χωρίς όμως να νιώθουμε πως αντιγράφει κάτι ξεδιάντροπα. Κάθε γωνιά της Krat έχει τη δική της αφήγηση μέσα από το σκηνικό της, ερειπωμένα σαλόνια, εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και δρόμους γεμάτους σκουριασμένες κούκλες, κάτι που μας κρατά προσηλωμένους ακόμα και στις πιο ήσυχες στιγμές ανάμεσα σε δύο μάχες.
Τα Stargazer είναι οι αντίστοιχες φωτιές από τα Dark Souls, δηλαδή μικρά σημεία ελέγχου σκορπισμένα στους σχετικά γραμμικούς χάρτες. Εκεί γεμίζουμε ζωή και φίλτρα, τηλεμεταφερόμαστε ελεύθερα ανάμεσα σε σημεία που έχουμε ήδη ανακαλύψει και ξοδεύουμε το Ergo μας για να αναβαθμίσουμε τα χαρακτηριστικά του Πινόκιο. Υπάρχει μια παγίδα βέβαια αφού κάθε φορά που χρησιμοποιούμε ένα Stargazer, όλοι οι εχθροί που έχουμε νικήσει ξαναγεννιούνται, στοιχείο αρκετά “τυπικό” για τα παιχνίδια του είδους. Αν πεθάνουμε, έχουμε μία και μοναδική ευκαιρία να ξαναμαζέψουμε το χαμένο Ergo από το σημείο του θανάτου μας, χωρίς δεύτερη ευκαιρία αν πεθάνουμε ξανά.
Η Soulslike ψυχή του Lies of P εντοπίζεται και σε πιο επιφανειακά στοιχεία όπως η κίνηση του χαρακτήρα, το βάρος πίσω από τις επιθέσεις και την απρόβλεπτη φύση τόσο της εξερεύνησης όσο και κάθε μάχης. Για παράδειγμα, υπάρχουν mini bosses που μπορεί να μας ζορίσουν πολύ περισσότερο από τα μεγάλα αφεντικά, αφού οι συνδυασμοί χτυπημάτων έρχονται σχεδόν ασταμάτητα και το παράθυρο για parry είναι στενό, οπότε το όριο αντοχής μας δοκιμάζεται συχνά. Ευτυχώς, η ευκολότερη δυσκολία που προστέθηκε στο παιχνίδι μετά την αρχική του κυκλοφορία βοηθά αρκετά όσους μπαίνουν πρώτη φορά στο είδος ή απλά δεν έχουν την υπομονή να αφιερώσουν ώρες στο να μάθουν κάθε pattern απ’ έξω. Ακόμα και έτσι όμως, το Lies of P δεν γίνεται ποτέ πανεύκολο, ούτε στο…«εύκολο». Αν κολλήσουμε σε κάποιο αφεντικό, υπάρχει η επιλογή να καλέσουμε ένα φάντασμα-σύντροφο με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ο οποίος τραβάει την προσοχή του αφεντικού και μας δίνει λίγο χώρο να αναπνεύσουμε ή να περάσουμε μερικά “δωρεάν” χτυπήματα.
Αργότερα στο παιχνίδι ξεκλειδώνουμε ένα δέντρο ικανοτήτων με επιπλέον unlocks ενώ μπορούμε να συνδυάσουμε λεπίδες και λαβές των όπλων μας ελεύθερα, φτιάχνοντας δικές μας παραλλαγές εξοπλισμού ανάλογα με το στιλ παιχνιδιού που προτιμάμε. Για παράδειγμα, μπορούμε να φτιάξουμε ένα σπαθί που προσφέρει ισορροπία ανάμεσα σε ταχύτητα και δύναμη, ένα άλλο που βασίζεται στην ταχύτητα ή ένα που χτυπάει πιο δυνατά αλλά μας αφήνει περισσότερο εκτεθειμμένους. Ο Πινόκιο έχει και ένα ρομποτικό χέρι που το χρησιμοποιεί με την ίδια λογική του χεριού του Nero από το Devil May Cry 5. Μπορούμε να το εξοπλίσουμε με διαφορετικές ικανότητες και να φτιάξουμε ένα οπλοστάσιο που ποικίλλει αρκετά και μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε κάποιες μάχες διαφορετικά.
Η κύρια ιστορία κρατάει κάπου 30 με 50 ώρες, ενώ το Overture προσθέτει άλλες είκοσι περίπου, φυσικά ανάλογα με το πόσες φορές θα χρειαστεί να προσπαθήσουμε τα ίδια αφεντικά. Η αφήγηση ξεκινά δυνατά, με ένα μυστήριο γύρω από μια εξέγερση των μαριονετών, κάτι που μας κρατάει κολλημένους από την αρχή, αλλά προς τα μέσα του παιχνιδιού χάνει λίγο τον βηματισμό της και γίνεται αρκετά προβλέψιμη. Σε σύγκριση με άλλα παιχνίδια, η ιστορία εδώ έχει σαφώς περισσότερο βάθος, όμως το πολυδιαφημισμένο σύστημα ψεμάτων, όπου καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε αλήθεια και ψέμα σε συγκεκριμένα σημεία, καταλήγει τελικά ένα μικρό gimmick χωρίς πραγματική επίδραση στην πλοκή. Παρά τα διαφορετικά τέλη που προσφέρει, νιώσαμε πως εκεί χάθηκε μια καλή ευκαιρία για κάτι πιο…τολμηρό.

Αυτό όμως που θέλουμε να εστιάσουμε είναι η απόδοση του παιχνιδιού στο Nintendo Switch 2 μιας και έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Σε γενικά πλαίσια, η εικόνα που έχουμε είναι αρκετά καλή. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες που είναι καλό να αναφέρουμε.
Αρχικά, το Lies of P τρέχει αρκετά καλά τόσο σε Portable όσο και σε Docked Modes, αρκεί να μείνουμε στο Performance mode ή έστω στο Balance. Εκεί παρατηρήσαμε μόνο λίγα μικρά drops, κυρίως όταν μπαίνουμε σε νέες περιοχές και όχι τόσο μέσα στις μάχες. Πέρα από το balanced mode υπάρχει και ένα Graphics mode που δίνει προτεραιότητα στην ανάλυση, με αποτέλεσμα η εικόνα να φαίνεται εντυπωσιακή αλλά τα να πέφτουν αισθητά ακόμα και μέσα στις μάχες. Στην τωρινή του κατάσταση δεν προτείνεται καν στο Graphics mode σε κανένα Display Mode, όσο ωραίο και αν φαίνεται. Ευτυχώς, όσο έγραφα αυτή την γνώμη, η NeoWiz λάνσαρε ένα νέο update που, τουλάχιστον στο Portable Mode, έδωσε μερικές ακόμα επιλογές γραφικών όπως αφαίρεση του Motion Blur, ξεκλείδωσε το Performance Mode και άλλα που βελτιώνουν λίγο την κατάσταση.
Σε σύγκριση με εκδόσεις σε πιο δυνατό hardware, στο Switch 2 βλέπουμε κάπως πιο θολές υφές και λιγότερη λεπτομέρεια στα πρόσωπα των χαρακτήρων, όμως η σκοτεινή αισθητική του παιχνιδιού κρύβει αρκετά από αυτά τα μικρά προβλήματα. Αυτή η τεχνική απόδοση στην κονσόλα όμως, καθώς και οι θυσίες που έχουν γίνει, αποτελούν μια πολύ καλή εναλλακτική για όσους θέλουν να το παίξουν φορητά μέσα στη μέρα τους. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως η Complete Edition θα κυκλοφορήσει και σε φυσική μορφή, εξ ολοκλήρου μέσα στην κάρτα, χωρίς να χρειάζεται επιπλέον λήψη δεδομένων όπως γίνεται για τα Game Key-Cards – κάτι που όλο και σπανίζει σε φυσικές εκδόσεις σήμερα και σίγουρα εκτιμούμε.
Πριν ολοκληρώσω, θα ήθελα να σταθώ στο “Fun Factor”. Όπως είπαμε, το Lies of P είναι ένα Soulslike και όχι μια μίξη όπως συνηθίζεται στις ημέρες μας. Αυτό σημαίνει αργές μάχες, μεθοδικό gameplay, στρατηγική τοποθέτηση και “διάβασμα” τόσο του πεδίου όσο και της ίδιας της μάχης. Θα φάμε ξύλο από γωνίες που δεν το περιμένουμε, θα πεθάνουμε από ηλίθιες παγίδες ή απροσεξίες. Θα γίνουμε “Overwhelmed” από το πλήθος των εχθρών σε ορισμένα σημεία και, σίγουρα, θα χάσουμε το Ergo που μαζέψαμε πολλές φορές. Όμως, το αίσθημα που νιώθουμε όταν καταφέρνουμε να ξεπεράσουμε ένα δύσκολο σημείο, το αίσθημα που νιώθουμε όταν καταφέρνουμε να σκοτώσουμε έναν τεράστιο, δύσκολο αρχηγό, είναι αδιαμφισβήτητο και εξιλεωτικό. Αυτό είναι και το “hook” του είδους, το γεγονός ότι μετά από δυσκολίες μαθαίνουμε, εξελλισσόμαστε, γινόμαστε καλύτεροι και στο τέλος καταφέρνουμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες. Και όταν αυτό συνοδεύεται και από ένα ικανοποιητικό σύστημα μάχης, τότε ξέρουμε πως έχουμε μια ακόμα συνταγή επιτυχίας. Ναι, το Lies of P είναι διασκεδαστικό ακόμα και όταν είναι δύσκολο. Είναι μια καλή απάντηση σε όσους ψάχνουν ένα καλό, και πλέον φορητό, soulslike

Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Lies of P δεν είναι τέλειο. Έχει το αργό, βαρύ σύστημα μάχης του, έχει απρόβλεπτες επιθέσεις που κάποιες φορές νιώθουμε πως είναι άδικες και έχει ένα σύστημα ψεμάτων που τελικά δεν προσφέρει σχεδόν τίποτα σε σχέση με όσα υποσχόταν. Παρόλα αυτά, το βάθος στον εξοπλισμό, ο συνδυασμός λεπίδων και λαβών, η αίσθηση στα χτυπήματα και το γενικότερο σύστημα μάχης αλλά και το δέντρο ικανοτήτων καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό αυτές τις αδυναμίες.
Αν ψάχνουμε ένα απαιτητικό Soulslike με ατμόσφαιρα και μια ιστορία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, το Lies of P: Complete Edition αξίζει σίγουρα την προσοχή μας στο Switch 2, ειδικά αν προτιμάμε να παίζουμε φορητά. Αν όμως η υπομονή μας είναι λίγη, καλύτερα να μείνουμε μακριά, τόσο από το ίδιο το παιχνίδι όσο και σίγουρα από το ασταθές Graphics mode. Εγώ έμεινα ανάμεσα στα Balanced και Performance mode ώστε να έχω μια ικανοποιητικότατη εμπειρία όταν πεθαίνω στα ίδια αφεντικά ξανά και ξανά και ελπίζουμε κάποια στιγμή να δω και συνέχεια σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο του Πινόκιο ή γενικότερα των παραμυθιών που αγάπησα.
Lies of P: Complete Edition
Ένα σκοτεινό, απαιτητικό Soulslike εμπνευσμένο από τον Πινόκιο, που φτάνει τώρα στο Nintendo Switch 2 με το βασικό παιχνίδι και το Overture μαζί σε μία κάρτα. Θέλει υπομονή, αλλά ανταποδίδει σε όσους την έχουν.
Τα καλά
- Σκοτεινός, ατμοσφαιρικός κόσμος με έντονη αισθητική Belle Époque
- Ικανοποιητικό σύστημα μάχης
- Μεγάλη ελευθερία στον συνδυασμό κατασκευής όπλων
- Πολύ καλή απόδοση στο Switch 2
Τα όχι και τόσο καλά
- Αργό, βαρύ σύστημα κινήσεων που κάποιες φορές δυσκολεύει αντί να προκαλεί
- Απρόβλεπτα attack patterns σε elite εχθρούς και αφεντικά
- Το σύστημα ψεμάτων καταλήγει gimmick χωρίς πραγματική επίδραση στην πλοκή
- Ασταθές Graphics mode
