Περιμένοντας το κλείσιμο του 2025, ώντας σε συγγενικό σπίτι και προετοιμάζοντας το review του Little Nightmares 3, αναρωτήθηκα πολλές φορές κατά την διάρκεια του gameplay μου για ποιον λόγο η σειρά έχει τραβήξει τόσο εμένα όσο και άλλους, εκατομμύρια παίκτες σε όλο το κόσμο. Παρατηρούσα τον κόσμο του παιχνιδιού, το πως κυλάει η σιωπηλή αφήγηση και τι συμβολισμούς μπορεί να έχει ώστε να δικαιολογεί το όνομα του “Little Nightmares“. Ομολογώ πως δεν είμαι καλός στο να δίνω σημασίες σε σύμβολα, σχέδια και ατμόσφαιρα ενός κόσμου, πόσο μάλλον στα ανατριχιαστικά, αηδιαστικά τέρατα αυτής της σειράς.
Η αλήθεια είναι πως πριν η Bandai Namco μου παραχωρήσει το παιχνίδι για να του ρίξω την ματιά μου, δεν έδινα ιδιαίτερη βαρύτητα στην σειρά. Ακόμα μια αλήθεια είναι πως άρχισα να νιώθω μια προκατάληψη προς το τρίτο παιχνίδι της σειράς λόγω των κριτικών και της κοινής γνώμης που το θέλουν υποδεέστερο σε σχέση με τους δύο προκατόχους. Για να διαπιστώσω όμως αν αυτές οι κατηγορίες, αν θέλετε, στέκουν, σκέφτηκα πως θα ήταν κάπως συνετό να ερευνήσω τις σημασίες, τους συμβολισμούς και τον γενικότερο σχεδιασμό των ηρώων και των κινδύνων.

Η σιωπηλή αφήγηση του φόβου, της απώλειας & της ενηλικίωσης
Το Little Nightmares θεωρείται ένα ατμοσφαρικό και, κάποιες φορές, ψυχολογικό παιχνίδι τρόμου, όχι λόγω της έντασης ή jump scares, αλλά εξαιτίας της φύσης, των συμβολισμών και της σημασίας. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που μας βυθίζει σε διάφορους παραμορφωμένους, σκοτεινούς κόσμους και μέρη σιωπηλά και εχθρικά, που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει απευθείας από την παιδική φαντασία ή, πιο σωστά, από παιδικούς εφιάλτες. Η αφήγηση γίνεται μέσα από εικόνες, ήχους και συμβολισμούς που αφηγούνται ιστορίες για την αδυναμία, την εξουσία, την κακοποίηση και τη σταδιακή απώλεια της αθωότητας με έναν τρόπο που μοιάζει βγαλμένος από βιβλίο ή ταινία ή ακόμα καλύτερα, από κάποιο όνειρο.
Τα δύο πρώτα παιχνίδια της σειράς δεν μας παρουσιάζουν ήρωες με την κλασική έννοια, ούτε ξεκάθαρο κακό και καλό. Οι πρωταγωνιστές είναι παιδιά, μικρά και αδύναμα, παγιδευμένα σε κόσμους που τα κηνυγούν και τα βάζουν στο στόχαστρο είτε ως προιόν τροφής, είτε εκμετάλλευσης, είτε απλής μελέτης. Η επιβίωση βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο και αποτελεί την αναγκαστική προσαρμογή σε ένα περιβάλλον που μοιάζει διαστρευλωμένο, εφιαλτικό και παραμορφωμένο προς την ατμόσφαιρα του κόσμου.

Το Maw και η Six
Στο Little Nightmares, αναλαμβάνουμε τον ρόλο της Six, ενός μικρού κοριτσιού με ένα χαρακτηριστικό κίτρινο αδιάβροχο ρούχο, που προσπαθεί να διαφύγει από το Maw. Το Maw είναι ένα τεράστιο, πλωτό κατασκεύασμα, που ισορροπεί ανάμεσα σε φυλακή, εργοστάσιο και εστιατόριο πολυτελείας για τους “αχόρταγους” πλούσιους ενήλικούς. Με μια ματιά, θα νόμιζε κανείς πως πρόκειται για ένα άψυχο σύνολο από μέταλλο, αλάτι και σκουριά. Ωστόσο, όσο προχωράμε γρήγορα διαπιστώνουμε πως πρόκειται για έναν ζωντανό οργανισμό και όλα όσα βρίσκονται μέσα του αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του. Ο οργανισμός αυτός, με πιο απλά λόγια, υπάρχει αποκλειστικά για να τροφοδοτεί την λαιμαργία των ενοίκων του ή και το ανάποδο.
Τα “παράσιτα” του Maw παρουσιάζονται ως παραμορφωμένες καρικατούρες απλών ανθρώπων. Οι περισσότερες από αυτές μοιάζουν με κοινούς ανθρώπους που δεν ξεχωρίζουν, τουλάχιστον στην μορφή και τα ρούχα τους. Η εμφάνισή τους δεν διαφέρει στο σύνολο παρά μόνο σε ορισμένες φιγούρες που παίζουν πιο καθοριστικό ρόλο σε όλα τα γεγονότα. Για παράδειγμα, ο Janitor με τα αφύσικα μακριά χέρια, οι Chefs με τα παχύσαρκα σώματα και τα άψυχα βλέμματα, οι Guests που καταφθάνουν για να καταβροχθίσουν τα πάντα στο πέρασμά τους είναι φιγούρες υπερβολικές, σχεδόν γελοίες, αλλά ταυτόχρονα αρκετά ανατριχιαστικές, τρομακτικές. Αντιπροσωπεύουν την ενήλικη εξουσία όπως τη βιώνει ένα παιδί δηλαδή ως κάτι τεράστιο, ακατανόητο και επικίνδυνο, χωρίς ουσία αλλά με αρκετή, αψυχολόγητη έχθρα.

Η Six, σε αντίθεση με τους περισσότερους ενοίκους του Maw, δεν έχει φωνή. Δεν μιλά, δεν εκφράζεται, δεν εξηγεί τις πράξεις της. Παρατηρώντας την θα δούμε πως δεν δείχνει καν το πρόσωπο της, μια κουκουλοφόρα μορφή που προσπαθεί να επιβιώσει κρυμμένη από τους κινδύνους του μεταλλικού κτήνους. Καθώς το παιχνίδι προχωρά, η ηρωίδα βιώνει επεισόδια έντονης πείνας, τα οποία λειτουργούν ως μηχανισμός τόσο του gameplay όσο και ως βασικό αφηγηματικό μέσο. Στην αρχή, η πείνα καλύπτεται με λίγο ψωμί. Στη συνέχεια, αναγκάζεται να σκοτώσει άλλα ζωντανά πλάσματα όπως ποντίκια για να καταφέρει να τραφεί και τελικά, σε μια πράξη που σοκάρει όχι λόγω της εικόνας της, αλλά λόγω της ψυχρής της αναγκαιότητας, την βλέπουμε να κανιβαλίζει προκειμένου να αντέξει τον πόνο, μια πράξη που δεν απέχει από την σκληρή πραγματικότητα, κάτι που ενδεχομένως να κάναμε και εμείς αν βρισκόμασταν σε παρόμοια κατάσταση.
Η σκληρότητα αυτών των πράξεων δεν αναδεικνύεται για να κρίνουμε την Six αλλά ούτε για να την δικαιώσουμε. Γίνεται μια προσπάθεια να έρθουμε στην θέση της και να κρυφτούμε στις σκιές προκειμένου να παρατηρήσουμε την ροή και τα γεγονότα. Ως συνέπεια, η επιβίωση παρουσιάζεται ως μια διαδικασία που αλλοιώνει σταδιακά τον χαρακτήρα και την οδηγεί στο να γίνει ακόμα μια παρασιτική οντότητα. Το φινάλε ιδιαίτερα, με τη Six να αποκτά τις δυνάμεις της Lady και να περπατά ατάραχη ανάμεσα στους Guests που πεθαίνουν γύρω της, δεν προσφέρει λύτρωση. Η Six δεν απελευθερώνεται. Αντικαθιστά. Παίρνει τη θέση εκείνης που κάποτε φοβόταν, διαιωνίζοντας τον ίδιο κύκλο εκμετάλλευσης και βίας, μεθυσμένη από την δύναμη που ξαφνικά λαμβάνει.

Κακοποίηση, κατανάλωση και απώλεια αθωότητας
Η ιστορία του Little Nightmares είναι μια αλληγορία που έρχεται να αναλύσει και να αναδείξει πολλές πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας. Η πιο χαρακτηριστική από αυτές είναι η παιδική κακοποίηση, είτε σε φυσική μορφή είτε ως συστημική εκμετάλλευση. Τα παιδιά του Maw είναι φυλακισμένα, αόρατα και αναλώσιμα με τους ενήλικες, αντίθετα, να καταναλώνουν χωρίς όρια, χωρίς ενσυναίσθηση, χωρίς συνέπειες και να τα βλέπουν ως ένα ακόμα “μεζεδάκι”.
Παράλληλα, σχολιάζεται και ο καταναλωτισμός. Οι Guests δεν έχουν προσωπικότητα, μόνο λαιμαργία. Τρώνε μέχρι να παραμορφωθούν, μέχρι να χάσουν κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό και να γίνουν μάζες ανοργάνωτου λίπους. Η πείνα της Six λειτουργεί σαν καθρέφτης αυτής της αδηφαγίας, αποδεικνύοντας πως ακόμη και το θύμα μπορεί να υιοθετήσει τις ίδιες συμπεριφορές όταν βρεθεί σε συνθήκες απόλυτης ανάγκης και εξαθλίωσης. Οι εικόνες μπορούν να γίνουν σκληρές, αηδιαστικές αλλά και προβλέψιμες αφού, έως έναν βαθμό, μπορούμε να καταλάβουμε τις ανάγκες της πρωταγωνίστριας, να καταλάβουμε τον πόνο της και να την δικαιολογήσουμε. Πάντα όμως, έως έναν βαθμό.

Little Nightmares II: Ένας κόσμος χειραγώγησης και αποσύνθεσης
Το Little Nightmares II συνεχίζει την παράνοια και τον εφιάλτη της σειράς, διευρύνοντας τα όρια. Παρουσιάζει τον κόσμο έξω από το Maw, ο οποίος αποδεικνύεται το ίδιο — αν όχι περισσότερο — διεφθαρμένος. Πρωταγωνιστής εδώ είναι ο Mono, ένα αγόρι που κρύβει το πρόσωπό του πίσω από μια χάρτινη σακούλα σε μια παρόμοια φλέβα με το χαρακτηριστικό αδιάβροχο της Six. Εδώ όμως, σε αντίθεση με την Six η οποία προσπαθούσε να κρύψει την πείνα της, να περάσει απαρατήρητη από αυτόν τον κόσμο, ο Mono μοιάζει να αρνείται την ταυτότητά του, να κρύβεται από έναν κόσμο που τον απορρίπτει.
Παρά το τέλος του πρώτου παιχνιδιού, η Six θα ξαναβρεθεί στο δρόμο μας και θα γίνει συνοδηπόρος προς το άγνωστο. Ο Mono και η Six σχηματίζουν μια συνεργασία που αν και έυθραστη δίνει χώρο στην συντροφικότητα και παίζει σημαντικό ρόλο. Ο κόσμος γύρω τους είναι πλέον ανοιχτός και ταυτόχρονα πιο εχθρικός. Οι περιοχές που εξερευνούν όπως το σχολείο, το νοσοκομείο και οι κατεστραμμένες πόλεις, εκπροσωπούν θεσμούς που υποτίθεται ότι προστατεύουν ή θεραπεύουν τον άνθρωπο, τον ψυχισμό του και την αξιοπρέπειά του, αλλά εδώ παρουσιάζονται ως εχθρικοί, εγκαταλελειμμένοι και απάνθρωποι.
Στο κέντρο αυτού του κόσμου είναι το Signal Tower και οι τηλεοράσεις του. Οι ενήλικες, γνωστοί ως Viewers, είναι σκυφτοί, απορροφημένοι από τις οθόνες, σχεδόν απονεκρωμένοι. Για άλλη μια φορά και ίσως πιο προβλέψιμα, μιλάμε για μια ακόμα αλληγορία, αυτή της σύγχρονης παθητικότητας, της χειραγώγησης μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της απώλειας ατομικής βούλησης. Τα κινητά, οι οθόνες της τηλεόρασης και τα ασταμάτητα μηνύματα που δεχόμαστε από τα ραδιοκύματα γίνονται ο “βασικός κακός”.

Προδοσία, χρόνος και η γέννηση του Thin Man
Σε μια κίνηση που, είτε λίγο είτε πολύ, την περιμέναμε, ο επίλογος αυτής της επιβίωσης έρχεται με την προδοσία της Six. Αφήνοντας τον Mono να πέσει στο κενό, το παιχνίδι ανατρέπει κάθε προσδοκία για ένα αισιόδοξο ή «φιλικό» τέλος και έρχεται να δέσει με την πορεία της Six. Η πράξη αυτή δεν παρουσιάζεται ως κακία, αλλά ως αποτέλεσμα φόβου, αλλοίωσης και επιβίωσης ή, διαφορετικά, σε μια πράξη που δείχνει πως σε έναν κόσμο που τα πάντα διαστρευλώνονται εύκολα και η ανθρώπινη βούληση δεν είναι σεβαστή η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται αλλά καταστρέφεται άμεσα, με την πρώτη ευκαιρία.
Στον αντίβαρο, η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι και εκείνη που μας οδηγεί σε ένα εξίσου μαύρο τέλος. Η τελική αποκάλυψη ότι ο Mono εξελίσσεται στον Thin Man προσθέτει την τραγική διάσταση σε αυτή την αφήγηση. Ο κυνηγός και το θήραμα γίνονται το ίδιο πρόσωπο με τον χρόνο να λειτουργεί κυκλικά, παγιδεύοντας τον χαρακτήρα σε έναν αέναο εφιάλτη και μετατρέποντάς τον σε μια ισχυρή μεταφορά για το πώς το τραύμα και η απόρριψη μπορούν να τον μετατρέψουν στο κακό από το οποίο έτρεχε να σωθεί.

Τα τέρατα του Little Nightmares
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, η σειρά χρησιμοποιεί τα τέρατά της ως βασικούς αφηγηματικούς μηχανισμούς, αποτυπώνοντας τον κόσμο των ενηλίκων μέσα από μια εχθρική και παραμορφωμένη οπτική. Στο κόσμο του Maw ο Janitor με τα μακριά του χέρια εκφράζει τον ασφυκτικό έλεγχο και την απρόσωπη εξουσία, την ανάγκη να γίνονται όλα σωστά και άμεσα, οι Twin Chefs αντιπροσωπεύουν τη βιομηχανοποιημένη εκμετάλλευση και το απαραίτητο “γρανάζι” για να συνεχίζει η τροφή, ενώ οι Guests ενσαρκώνουν μια κοινωνία που ορίζεται αποκλειστικά από την απληστία. Στην κορυφή αυτής της ιεραρχίας βρίσκεται η Lady, σύμβολο απομονωμένης δύναμης και κοινωνικής ανισότητας που χειραγωγεί κάθε στρώμα που βρίσκονται πιο κάτω από αυτή.
Έξω από το Maw έχουμε άλλες φιγούρες που πλαισιώνουν τους κόσμους. Για παράδειγμα, ο Hunter αντιπροσωπεύει τη βία της αυτάρκους εξουσίας και τη μετατροπή της ζωής σε ένα ακόμα τρόπαιο, ενώ η Teacher αποτυπώνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βασίζεται στον φόβο, την πειθαρχία και τη συμμόρφωση, σε μια κοινή φλέβα με το “The Wall” των Pink Floyd. Στην άλλη μεριά, οι μαθητές, ήδη αποξενωμένα και επιθετικά παιδιά, παρουσιάζονται ως άμεσο αποτέλεσμα αυτής της καταπίεσης, δείχνοντας πώς οι δομές εξουσίας αναπαράγουν τη βία και με τον εγκέφαλό τους να απουσιάζει αντικατροπτρίζεται το πόσο εύκολα μπορούν να “διαπλαστούν” από αυτή την εξουσία.

Το νοσοκομείο και ο Doctor ενισχύουν το σχόλιο γύρω από την απανθρωποποίηση των θεσμών. Η ιατρική πρακτική παρουσιάζεται ως ψυχρή και μηχανική, με τους ασθενείς να αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα πειραματισμού παρά ως πλάσματα που χρειάζονται βοήθεια. Στην ίδια παλέτα, οι Viewers αποτυπώνουν μια κοινωνία πλήρως απορροφημένη από τις οθόνες, παθητική και αποκομμένη από την πραγματικότητα, χωρίς βούληση και χωρίς κάποιον στόχο. Η μαζική αυτή αδράνεια λειτουργεί ως φόντο για την κατάρρευση του κόσμου, υπογραμμίζοντας την απώλεια συλλογικής ευθύνης.
Ο Thin Man είναι το επίκεντρο αυτής της αποχαύνωσης, συνδέοντας την κοινωνική φθορά με την προσωπική. Η σχέση του με τον Mono αναδεικνύει τον φαύλο κύκλο του τραύματος και της απώλειας ταυτότητας, καθώς το παιδί που προσπαθεί να επιβιώσει μετατρέπεται σταδιακά σε φορέα του ίδιου συστήματος που το κατέστρεψε.

O Τρόμος
Ο τρόμος είναι το βασικότερο κομμάτι της εξερεύνησης αλλά δεν είναι ο σκοπός. Εδώ πρόκειται για ένα φυσικό επακόλουθο το οποίο διαμορφώνεται από την ατμόσφαιρα και τους γενικότερους συμβολισμούς. Η μίξη των χρωμάτων, οι ήχοι και οι εκάστοτε μορφές που θα αντιμετωπίσουμε, αν και δεν αποτελούν κάτι ξεχωριστό, τουλάχιστον με μια πρώτη ματιά, καταφέρνουν να φέρουν στην επιφάνεια αυτό το αίσθημα του τρόμου.
Η αίσθηση αυτή, που μας συνοδεύει καθολη την διάρκεια, πηγάζει από μια βαθιά ριζωμένη ανασφάλεια, η οποία κάνει ολόκληρο τον κόσμο να μοιάζει να έχει διογκωθεί σε εφιαλτικές διαστάσεις. Οι πρωταγωνιστές, μικροσκοπικοί και εύθραυστοι, περιπλανώνται σε περιβάλλοντα που μοιάζουν με παραμορφωμένα απομεινάρια της καθημερινότητας, όπου κάθε αντικείμενο και κάθε σκιά κρύβει έναν θανάσιμο κίνδυνο και καμιά ανάπαυλα. Δεν πρόκειται για έναν τρόμο που στηρίζεται στην ένταση της στιγμής, αλλά για μια διαρκή, μουντή ατμόσφαιρα που σε κάνει να νιώθεις εντελώς ανυπεράσπιστος απέναντι σε ένα εχθρικό και ακατανόητο περιβάλλον.
Οι οντότητες που βρίσκονται σε αυτό το σκοτεινό όραμα αποτελούν φιγούρες από τους χειρότερους παιδικούς εφιάλτες και μας ξυπνούν τους φόβους που είχαμε μικροί. Ο μπαμπούλας, όπως μπορεί να τον λέγαμε, είναι υπαρκτός αλλά εμείς είμαστε αυτοί που κρύβονται κάτω από το κρεβάτι. Η κίνησή των τεράτων, οι ήχοι που παράγουν και η επίμονη προσπάθειά τους να παγιδεύσουν τις μικροσκοπικές φιγούρες, δημιουργούν εξίσου ένα αίσθημα απόλυτης απόγνωσης. Η σιωπή που επικρατεί, διακοπτόμενη μόνο από το τρίξιμο του πατώματος ή την ανάσα ενός τέρατος, εντείνει την ψυχολογική πίεση, μετατρέποντας την απλή επιβίωση σε μια οδυνηρή διαδικασία διαρκούς φυγής.
Ένας κόσμος χωρίς λύτρωση, αλλά με νόημα
Το στοιχείο που γοητεύει περισσότερο στο Little Nightmares είναι το πόσο προσγειωμένο παραμένει, παρά τους εφιάλτες του. Κοινός παρονομαστής και των δύο παιχνιδιών είναι η πλήρης απουσία λύτρωσης. Δεν υπάρχουν ευτυχισμένα τέλη ούτε καθαρές νίκες αφού και οι δύο ήρωες γίνονται έρμαια των καταστάσεων και αφομοιώνονται σταδιακά από τον ίδιο τον κόσμο από τον οποίο προσπαθούσαν απεγνωσμένα να ξεφύγουν. Η αφήγηση μιλά για την ενηλικίωση. Η φυγή, που ξεκινά από το πρώτο κιόλας λεπτό, δεν είναι παρά η ύστατη προσπάθεια της παιδικής αθωότητας να επιβιώσει, να μας προστατευτεί από έναν κόσμο που επιμένει να τη συνθλίψει και να μας ενσωματώσει στη σαπίλα του. Και όταν αυτή η αθωότητα, αναπόφευκτα, χάνεται, αντιλαμβανόμαστε πως η ενηλικίωση παρόλο που μοιάζει με “φυσική εξέλιξη”, είναι στην πραγματικότητα η πρώτη μεγάλη μας απώλεια.
Ίσως γι’ αυτό η σειρά Little Nightmares παραμένει τόσο δυνατή και διαχρονική, αν όχι αγαπημένη. Στον επίλογό τους δεν προσφέρουν απαντήσεις, αλλά ερωτήματα. Φέρνουν στην επιφάνεια εκείνο το παράπονο του «πότε πήγαν όλα στραβά» ή «πώς κατέληξα έτσι», με αποτέλεσμα να νοσταλγήσουμε τις εποχές που ήμασταν πιο ξέγνοιαστοι, τότε που δεν ήμασταν ακόμη οι μίζεροι, κουρασμένοι ενήλικες που αυτός ο κόσμος θέλει να έχει.
Εν τέλει, το Little Nightmares είναι ένα σύνολο από μικρούς εφιάλτες, ένα σύνολο από παιδικούς εφιάλτες που, όσο και αν παλέψουμε, δεν φεύγουν τελείως.
