Είναι αμφίδρομη η σχέση μου με την σειρά Tales of Berseria. Κάποια από τα παιχνίδια της σειράς μου αρέσουν ενώ άλλα με αφήνουν παγερά αδιάφορο, ειδικά όταν έχω να κάνω με το εκάστοτε combat. Πριν μερικά χρόνια, όταν έπαιζα αρκετά σε PSP και PSVita, ήταν μια σειρά που είχε χώρο στον χρόνο μου αλλά πλέον όχι και τόσο. Πρόσφατα όμως, το Tales of Berseria και Tales of Arise δίνουν μια πιο σκοτεινή χροιά στην σωτηρία του κόσμου αν και στο μεγαλύτερο κομμάτι τους δεν είναι αυτός ο σκοπός. Οι πρωταγωνιστές είναι αξιομνημόνευτοι αλλά άλλο τόσο είναι και οι ιστορίες που τους συνοδεύουν. Δεν είναι τόσο παλιά παιχνίδια ή, τουλάχιστον, μπορούν να σταθούν ακόμα και σήμερα ειδικά αν αναλογιστούμε πως παραμένουν προσβάσιμα.
Είναι άξια απορίας η επιλογή της Bandai Namco να αποφασίσει να εκδόσει το Tales of Berseria Remastered, μια τεχνικά βελτιωμένη εκδοχή του τίτλου που κυκλοφόρησε αρχικά το 2016. Δεδομένης της υπόστασης του αρχικού τίτλου και του γεγονότος ότι παραμένει προσβάσιμο, το ερώτημα είναι αν αξίζει άραγε η αναβάθμιση ή πρόκειται απλώς για μια πιο καθαρή και τεχνικά βελτιωμένη επανακυκλοφορία.

Κάτι πιο σκοτεινό
Το Tales of Berseria έγινε γνωστό κυρίως της ιδιαίτερης πρωταγωνίστριάς του αλλά και της πιο σκοτεινής ιστορίας του. Η υπόθεση λειτουργεί περισσότερο ως άμεσο prequel του Tales of Zestiria και εστιάζει σε γεγονότα και χαρακτήρες που επηρεάζουν άμεσα το ευρύτερο σύμπαν της σειράς. Εδώ έχουμε όμως έναν πιο ώριμο τόνο, δύσκολα θέματα, σκληρές εικόνες και έμφαση σε εσωτερικές συγκρούσεις και προσωπικά τραύματα για τον κάθε ήρωα.
Πρωταγωνίστρια είναι η Velvet Crowe, μια νεαρή γυναίκα που βιώνει μια βαθιά προσωπική τραγωδία μετά την απώλεια του αδελφού της Laphicet. Η οργή και η επιθυμία για εκδίκηση καθορίζουν το κίνητρό της και διαμορφώνουν την πορεία της μέσα στον κόσμο του παιχνιδιού. Η εξέλιξη της Velvet ξεκινάει από το απλό μοτίβο της εκδίκησης, αλλά όσο προχωράμε έρχεται αντιμέτωπη με ηθικά ζητήματα όπως το ελεύθερο θέλημα, η σύγκρουση και η αμφισβήτηση της εξουσίας.
Ως ένας ακόμα Tales of τίτλος, μεγάλη αξία έχουν και οι άλλοι χαρακτήρες που θα συναντήσουμε. Κάθε ένας έχει την δική του ταυτότητα και συμβάλλει στη συνολική εικόνα της υπόθεσης. Φυσικά, κάθε ένας έχει την δική του εμφάνιση που ξεχωρίζει αλλά και μια ιστορία που συνδέεται με τα γενικότερα γεγονότα αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί και ως μια αυτοτελή εμπειρία.

To ιστορικό Linear Motion Battle System
Το combat system βασίζεται στο κλασικό Linear Motion Battle System της σειράς, έναν μηχανισμό που εντοπίζεται στο πρώτο Tales of Phantasia. Στο Berseria το σύστημα παραμένει δυναμικό, με έμφαση στις combo επιθέσεις, στη διαχείριση των artes και στη στρατηγική αξιοποίηση των αδυναμιών των εχθρών σε ένα στρογγυλό πεδίο μάχης που απλά λειτουργεί σαν arena παρά μια δυναμική περιοχή μάχης.
Οι μάχες είναι γρήγορες και απαιτούν καλή κατανόηση των μηχανισμών. Η ροή τους παραμένει απολαυστική και προσφέρει αρκετή ελευθερία στον πειραματισμό μας με διαφορετικά builds και συνδυασμούς ικανοτήτων. Αν έχετε παίξει παλιότερα παιχνίδια της σειράς τότε ίσως θυμάστε πως το γενικότερο combat είναι κάπως μονότονο, με τα προκαθορισμένα combos να ενισχύονται λίγο παραπάνω με τα Artes και ορισμένες Ultimate ικανότητες. Εδώ, οι μάχες δεν στηρίζονται σε απλές επαναλαμβανόμενες κινήσεις, αλλά στον σωστό συγχρονισμό και διαχείριση πόρων.

Σε αντίθεση με τον αρχικό τίτλο, το Remaster εφαρμόζει μερικές αλλαγές στο σύστημα μάχης. Αρχικά, έχουμε την δυνατότητα απενεργοποίησης των random encounters, κάτι που είδαμε και στο προηγούμενο Remaster της σειράς. Γενικότερα όμως, υπάρχει μια λογική μείωσης του χρόνου των παλιάς κοπής μηχανισμών αφού σε πολλά turn-based αλλά και action-based RPGs, βλέπουμε την μείωση του grinding με σκοπό γρηγορότερη πρόοδο.
Όπως είναι αναμενόμενο όμως, η αφαίρεση αυτή λειτουργεί θετικά και αρνητικά για το παιχνίδι. Αυτό διότι για όσους θέλουν να εστιάσουν στην ιστορία και στις βασικές μάχες, αποτελεί μια ευπρόσδεκτη βελτίωση. Για τους πιο παραδοσιακούς από εμάς όμως, αφαιρεί ένα στοιχείο που θεωρείται βασικό χαρακτηριστικό του είδους.

Αξίζει η Remaster έκδοση;
Η remastered έκδοση θέλει να προσφέρει σημαντικές βελτιώσεις που αν και είναι φαινομενικά μικρές, είναι αρκετά ευπρόσδεκτες στην σημερινή εποχή. Πέρα από τις μάχες και τις μικροαλλαγές που έχουν γίνει, στοιχεία όπως τα μενού έχουν επανασχεδιαστεί ώστε να είναι πιο ευανάγνωστα και πιο άμεσα στη χρήση. Η πλοήγηση μέσα στις επιλογές έχει γίνει πιο γρήγορη και μειώνει την πιθανότητα οποιαδήποτε σύγχυσης που μπορεί υπήρχε στην αρχική έκδοση.
Στον χάρτη θα βρούμε νέα στοιχεία και παραπάνω εικονίδια κατευθύνσεων που έχουν ως σκοπό να βοηθήσουν στην εξερεύνηση και περιορίζουν τις στιγμές όπου χανόμασταν σε μεγάλες περιοχές. Παράλληλα, η πρόσβαση στο Grade Shop, ένα ακόμα στοιχείο που έχουμε δει στα τελευταία remasters, από νωρίς και οι εκπτώσεις σε συγκεκριμένες επιλογές κάνουν την πρόοδο πιο ομαλή και λιγότερο απογοητευτική.

Σε τεχνικό επίπεδο, η έκδοση του PlayStation 5 προσφέρει υψηλότερη ανάλυση και υποστήριξη 4K με 60 fps. Η διαφορά σε σχέση με την έκδοση του PlayStation 4 είναι εμφανής, ιδιαίτερα στη σταθερότητα του frame rate και στη συνολική καθαρότητα της εικόνας.
Είναι όμως το Remaster μια καλή αγορά;
Η λογική του remaster είναι η διεθνής έκδοση του τίτλου, η οποία ήδη περιείχε ορισμένες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την ιαπωνική κυκλοφορία. Ορισμένες σκηνές βίας έχουν τροποποιηθεί ώστε να συμμορφώνονται με τους κανόνες για την παγκόσμια αγορά καθώς σε συγκεκριμένα σημεία χρησιμοποιούνται οπτικά εφέ που καλύπτουν πιο σκληρές εικόνες ενώ μπορεί να δούμε και αλλαγές σε Outfits και άλλα τέτοια στοιχεία.

Αν και καταλαβαίνω τον λόγο πίσω από αυτές τις αλλαγές, δεν μπορώ να αρνηθώ πως η αλλαγή και η αφαίρεση πιο ενήλικης λογικής αφαιρεί αρκετή ουσία από τον τίτλο, ειδικά αν αναλογιστούμε πως βασικά στοιχεία του είναι η εκδίκηση και η βία. Παρ’ όλα αυτά, η remaster περιλαμβάνει όλα τα DLC που είχαν κυκλοφορήσει ξεχωριστά στην αρχική έκδοση, προσφέροντας ένα ολοκληρωμένο πακέτο χωρίς επιπλέον αγορές. Ακόμα και έτσι όμως, θεωρώ πως το Remastered θα έπρεπε να προσφέρεται ως δωρεάν αναβάθμιση στους αρχικούς κατόχους του τίτλου και όχι ως μια νέα κυκλοφορία.
Δεν θα μιλούσαμε για Remaster όμως, αν δεν υπάρχαν και μικρότερες βελτιώσεις στην οπτική ταυτότητα του τίτλου. Για παράδειγμα, τα περιβάλλοντα του παιχνιδιού, σχεδιασμένα από δημιουργούς όπως ο Naoki Yamamoto και ο Masaki Hiramatsu, διατηρούν την ταυτότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και με τις τεχνικές βελτιώσεις, παραμένει η αίσθηση ότι ο αρχικός σχεδιασμός δεν αξιοποίησε πλήρως τις δυνατότητες του hardware της εποχής. Η αναβάθμιση βελτιώνει την εικόνα, αλλά δεν φέρνει ριζικές ανανεώσεις.

Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Tales of Berseria Remastered αποτελεί μια σταθερή και τεχνικά βελτιωμένη επανακυκλοφορία ενός από τα πιο ώριμα κεφάλαια της σειράς Tales of. Οι βελτιώσεις σε ανάλυση, frame rate και ποιότητα ζωής κάνουν την εμπειρία πιο άνετη και πιο προσαρμοσμένη στα σύγχρονα συστήματα.
Ωστόσο, επειδή η έκδοση του PlayStation 4 παραμένει διαθέσιμη και λειτουργική τόσο σε νέα συστήματα όσο και σε PC, η Remaster αναγκάζεται να αποδείξει την αξία της κυρίως μέσω της τεχνικής αναβάθμισης και της συγκέντρωσης όλων των πρόσθετων περιεχομένων. Για νέους παίκτες θα αποτελέσει την πιο ολοκληρωμένη επιλογή. Για όσους ήδη κατέχουν το πρωτότυπο, η απόφαση εξαρτάται από το πόσο σημαντικές θεωρούν τις βελτιώσεις στην απόδοση και την ευκολία χρήσης.
Ακόμα και έτσι όμως, η τιμή που ζητείται για μια απλή αναβάθμιση δεν δικαιολογείται και ειδικά αν έχουμε ήδη τον τίτλο δεν υπάρχει λόγος να τον αγοράσουμε εκ νέου.
Ευχαριστούμε την Bandai Namco για την παραχώρηση του Review Code.
