Δεν ξέρω τι να νιώσω για το Silver Pines. Είναι ένα παιχνίδι του οποίου την κυκλοφορία δεν γνώριζα καν μέχρι που είδα πολλούς να μιλάνε για αυτό. Με μια πρώτη ματιά, μου έβγαζε κάτι από Alan Wake και This War of Mine. Υπάρχουν μέσα σε αυτό και μηχανισμοί που παραπέμπουν σε κάτι διαφορετικό, κάτι πιο γνώριμο, κάτι στα αρχικά Resident Evil. Πιο τρανταχτό παράδειγμα και κάτι που οι περισσότεροι ίσως θυμόμαστε, η γραφομηχανή των RE ήταν το αντικείμενο το οποίο απαιτούσε στρατηγική και micromanagement αφού χρειαζόμασταν ταινίες μελανιού για να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε την πρόοδό μας. Έτσι κι εδώ, μπορούμε να αποθηκεύουμε σε δημόσια τηλέφωνα και να πληρώνουμε κάθε κλήση με κέρματα, τα ίδια κέρματα που χρειαζόμαστε για σφαίρες και άλλα αντικείμενα.
Το Silver Pines προέρχεται από την Wych Elm Games, ένα μικρό ανεξάρτητο studio με βετεράνους της βιομηχανίας από τη Σουηδία και τη Νορβηγία, οι επιρροές του οποίου φαίνονται από τα πρώτα λεπτά. Τα πρώτα Resident Evil και Silent Hill δείχνουν να δίνουν σκελετό στο gameplay, ενώ η ατμόσφαιρα δανείζεται αρκετά στοιχεία από το Twin Peaks και το Alan Wake, με μια απομονωμένη αμερικανική κωμόπολη, μια καταιγίδα που δεν σταματάει και ένα μυστήριο γύρω από έναν μουσικό.
Η ιστορία μας βάζει στην θέση του Red Walker, ενός ιδιωτικού ερευνητή που ξυπνά μέσα σε μια καφετέρια, σε μια κωμόπολη που έχει εκκενωθεί εξαιτίας μιας βαριάς, επικίνδυνης καταιγίδας. Κάποιος μυστηριώδης πελάτης τον έχει προσλάβει για να βρει τον Eddie Velvet, έναν μουσικό που εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος και από αυτό το σημείο ο Red έχει για παρέα μόνο τη βροχή, τα άδεια κτίρια και ό,τι έχει απομείνει να περιφέρεται στους δρόμους.
Η αφήγηση βασίζεται σε υπαινιγμούς και αφήνει μεγάλο μέρος της ιστορίας να το συναρμολογήσουμε μόνοι μας, μέσα από σημειώσεις, έγγραφα και την ατμόσφαιρα ή στοιχεία στα δωμάτια που εξερευνούμε. Κάθε χαρτί που βρίσκουμε προσθέτει ένα κομμάτι στο παζλ χωρίς να μας δίνεται ποτέ ολόκληρη η εικόνα, ενώ η πόλη γύρω μας μοιάζει να κρύβει πολύ περισσότερα από όσα δείχνει. Η περιέργεια για το τι απέγινε ο Eddie Velvet και για το ποιος πραγματικά πληρώνει τον Red λειτουργεί στο μεγαλύτερο κομμάτι της αφήγησης και μας τραβάει προς το τέλος, χωρίς να χάνεται η περιέργεια αυτή. Το παιχνίδι έχει τρία διαφορετικά τέλη και κανένα τους δεν κλείνει την ιστορία όπως “πρέπει”, κάτι που προσωπικά μου άρεσε πολύ, αφού αφήνει χώρο για θεωρίες και για κουβέντα με όσους το έχουν τελειώσει.

Το στοιχείο που κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση είναι η προοπτική που υιοθετήθηκε για τον τίτλο, αφού η εξερεύνηση γίνεται σε 2D πλάνο, με την κίνηση να μένει στο οριζόντιο επίπεδο και το παιχνίδι να μας επιτρέπει να αλλάζουμε βάθος μόνο σε συγκεκριμένα σημεία του χάρτη. Εν μέρη ακούγεται περιοριστικό για ένα survival horror, στην πράξη όμως τα σκοτεινά και στενά περιβάλλοντα κάνουν την κλειστοφοβία να δουλεύει υπέρ της ατμόσφαιρας, αφού το σκοτάδι κρύβει συχνά ό,τι μας περιμένει λίγο πιο πέρα.
Ο σχεδιασμός των επιπέδων είναι μαζί με την ατμόσφαιρα το μεγαλύτερο θετικό στοιχείο του Silver Pines, με την ομάδα ανάπτυξης να δανείζεται αρκετά από τη λογική των metroidvania. Πόρτες και διάδρομοι που μοιάζουν με αδιέξοδα στην αρχή ανοίγουν αργότερα, όταν αποκτήσουμε νέο εξοπλισμό ή μια νέα ικανότητα, οπότε η επιστροφή σε περιοχές που έχουμε ήδη περάσει γίνεται κομμάτι της ρουτίνας μας. Σε αυτές τις επιστροφές κρύβονται αντικείμενα, εναλλακτικές διαδρομές και προαιρετικά bosses, ενώ ορισμένα όπλα χρησιμεύουν και ως εργαλεία για να ανοίξουμε δρόμους που πριν ήταν κλειστοί.

Κάθε παράκαμψη κρύβει από πίσω και ένα ρίσκο, γιατί μια διαδρομή που υπόσχεται κάποιο χρήσιμο αντικείμενο μπορεί κάλλιστα να καταλήξει σε ενέδρα ή σε μια μάχη που δεν περιμέναμε, κάτι που με τα ελάχιστα πυρομαχικά που έχουμε συνήθως μπορεί να πονέσει αρκετά. Πριν προσεγγίσουμε κάποια μάχη πρέπει να κάνουμε υπολογισμούς και να δούμε αν μας συμφέρει να παλέψουμε. Παράλληλα, υπάρχουν και σημεία που απαιτούν και ένα αντίστοιχο ζύγισμα, καθώς κάθε φορά που μπορεί να δούμε ένα σκοτεινό πέρασμα στην άκρη του χάρτη πρέπει να αποφασίσουμε αν η πιθανή ανταμοιβή αξίζει το κόστος, κάτι που πολλές φορές μπορεί να αποδειχθεί λάθος.
Όσο για τους γρίφους, κινούνται σε γνώριμα μονοπάτια, με κλειδιά, αριθμητικούς κωδικούς, ηλεκτρονικά πινακάκια και στοιχεία του περιβάλλοντος που πρέπει να συνδυάσουμε για να προχωρήσουμε. Καμία λύση δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα, όλες όμως λειτουργούν σωστά και δίνουν εκείνη τη μικρή ικανοποίηση της επίλυσης ενός γρίφου. Με άλλα λόγια, οι επιρροές από Resident Evil και Silent Hill γίνονται πιο εμφανείς εδώ αλλά κουβαλάνε και την ανάλογη ικανοποίηση.

Οι μάχες ποικίλουν από μονομαχίες σώμα με σώμα και απόστασης με την χρήση όπλων, με τα melee όπλα να φθείρονται με τη χρήση και να χρειάζονται επισκευή, ενώ τα δεύτερα έρχονται σταδιακά και χτίζουν ένα αρκετά ενδιαφέρον οπλοστάσιο για ένα παιχνίδι αυτού του μεγέθους. Το reload γίνεται χειροκίνητα και σε πραγματικό χρόνο, με μια ένδειξη στην οθόνη να μας δείχνει πότε να πατήσουμε το κουμπί, σε μια κοινή φλέβα με το active reload του Gears of War η οποία προσθέτει και μια δόση πανικού όταν ένα τέρας πλησιάζει.
Σαν να μην έφτανε που τα πυρομαχικά μας είναι ελάχιστα, οι melee επιθέσεις κρατούνται πίσω από μια μπάρα αντοχής. Κάθε επίθεση καταναλώνει την μπάρα κάτι που γίνεται και στο dodge, το οποίο θέλει σωστό timing για να αποφύγουμε το χτύπημα. Όλα αυτά δουλεύουν, όμως το σύνολο δίνει μια πρόχειρη αίσθηση, με κινήσεις χωρίς ιδιαίτερο βάθος και μάχες που κερδίζονται περισσότερο με υπομονή και σωστή απόσταση παρά με τεχνική. Ίσως αυτό να είναι και σκόπιμο, αφού στα κλασικά survival horror η μάχη ήταν πάντα κάτι που προσπαθούσαμε να αποφύγουμε, ωστόσο σε ένα παιχνίδι που μας βάζει τόσο συχνά να πολεμήσουμε θα ήθελα λίγη περισσότερη ευελιξία. Στο σύνολό του όμως, το σύστημα μάχης βγάζει μια αίσθηση πως είναι κάπως “μαγκωμένο”, πως το dodge είναι η μόνη μας διέξοδος από τις δύσκολες καταστάσεις και πως η ποικιλία είναι μια αφηρημένη έννοια. Ίσως σε αυτό να μην βοηθάει η 2D προοπτική, όμως η αλήθεια είναι πως θα προτιμούσα κάτι πιο ρέον.
Το περιορισμένο inventory μας αναγκάζει να σκεφτόμαστε δύο φορές τι θα κουβαλήσουμε, αφού πυρομαχικά, θεραπευτικά και αντικείμενα για τους γρίφους μοιράζονται τις ίδιες λιγοστές θέσεις. Πάνω από όλα αυτά στέκεται το σύστημα των κερμάτων, ίσως η πιο έξυπνη ιδέα του παιχνιδιού. Τα κέρματα που μαζεύουμε πάνε είτε στα δημόσια τηλέφωνα για να αποθηκεύσουμε είτε στους αυτόματους πωλητές για σφαίρες και θεραπευτικά, οπότε κάθε φορά που στεκόμαστε μπροστά σε έναν θάλαμο με λίγα ψιλά στην τσέπη πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην ασφάλεια ενός save και σε έναν γεμιστήρα που ίσως μας σώσει στο επόμενο δωμάτιο. Αυτή η απόφαση γίνεται πολύ πιο βασανιστική από όσο ακούγεται, ειδικά όταν το τελευταίο save έγινε πριν από αρκετή ώρα.

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι το Silver Pines προσφέρει τέσσερα επίπεδα δυσκολίας, ξεκινώντας από το Story για όσους θέλουν να παίξουν την ιστορία για την ατμόσφαιρα και χωρίς πολύ άγχος και ένα δεύτερο επίπεδο με ηπιότερη πρόκληση, ενώ πιο ψηλά βρίσκονται το Survival και ένα τέταρτο επίπεδο ακραίας δυσκολίας. Το Survival είναι και η επιλογή που προτείνω, γιατί εκεί οι πόροι είναι αρκετά περιορισμένοι ώστε η οικονομία των κερμάτων να αποκτά πραγματικό νόημα και κάθε μάχη να απαιτεί προσοχή. Τα τέσσερα επίπεδα ανοίγουν επίσης την πόρτα σε όσους δεν έχουν παίξει ποτέ κλασικό survival horror, κάτι που δεν είναι δεδομένο σε τίτλους που απευθύνονται κυρίως σε νοσταλγούς.
Και κάπου εδώ ο καφές έρχεται στο προσκήνιο, αφού οι μηχανές καφέ που βρίσκουμε στην πόλη αυξάνουν την αντοχή του Red. Εξάλλου, ένας ντετέκτιβ που ξυπνά σε καφετέρια και δυναμώνει πίνοντας καφέ μάλλον δεν είναι σύμπτωση. Δίπλα στις μηχανές καφέ υπάρχουν και τσαντάκια που μεγαλώνουν το inventory και συλλεκτικά ειδώλια που μας δίνουν αντικείμενα για επιπλέον amulets, οπότε η εξερεύνηση ανταμείβεται σχεδόν πάντα με κάτι χειροπιαστό.

Η ιστορία και το gameplay κινούνται σε πολύ γνώριμα μονοπάτια οπότε εδώ δεν έχουμε κάτι φοβερά εντυπωσιακό. Το εντυπωσιακό όμως υπάρχει και φαίνεται κυρίως στην καλλιτεχνική διεύθυνση, ένα από τα πράγματα που μας μένει περισσότερο, με λεπτομερή, σκοτεινά περιβάλλοντα και μια χρωματική παλέτα ιδιαίτερη που ενισχύει την γενικότερη ατμόσφαιρα. Αυτή η ατμόσφαιρα είναι καταπιεστική και παρακμιακή, σαν η πόλη να μουλιάζει σιγά σιγά κάτω από την καταιγίδα, ενώ τα animations των χαρακτήρων έχουν φτιαχτεί με rotoscoping και κινούνται με μια φυσικότητα που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ανατριχιαστικά όταν κάτι αρχίζει να έρχεται προς το μέρος μας.
Το πιο ενοχλητικό τεχνικό ζήτημα του παιχνιδιού είναι το άλμα, ένας μηχανισμός που μοιάζει απρόβλεπτος μέχρι το τέλος και που δημιουργεί δυσκολίες που δεν περιμέναμε. Στα αρνητικά προσθέτω και την περιορισμένη ποικιλία τεράτων, που μετά από μερικές ώρες κάνει τις συναντήσεις λιγότερο απρόβλεπτες, καθώς και τα boss fights, τα οποία στηρίζονται κυρίως στο πόση ζωή έχει ο εχθρός μας και λιγότερο σε κάποιον μηχανισμό που θα μας έβαζε να σκεφτούμε. Η μάχη με ένα boss κατέληγε συνήθως σε μια άσκηση υπομονής και διαχείρισης σφαιρών, κάτι που ταιριάζει με το πνεύμα του είδους, όμως από ένα σημείο και μετά κουράζει.
Ο ήχος κάνει τη δική του σοβαρή δουλειά στο να κρατά την ένταση ψηλά, με μια μουσική επένδυση που δένει με τη βροχή και τα άδεια δωμάτια και κάποια τραγούδια που μένουν στο μυαλό, κάτι που ταιριάζει γάντι σε μια ιστορία γύρω από έναν εξαφανισμένο μουσικό. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι επαρκείς, με τις φωνές να ακούγονται κάπως άτονες σε στιγμές που θα ήθελαν περισσότερο συναίσθημα, χωρίς όμως αυτό να χαλάει τη συνολική εικόνα ενός ηχητικού σχεδιασμού που στηρίζει το horror κομμάτι όπως πρέπει.

Συμπέρασμα
Το Silver Pines να δανειστεί όλα τα θετικά στοιχεία των επιρροών του και να τα υιοθετήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η ατμόσφαιρα και ο σχεδιασμός των επιπέδων είναι αυτά που το κάνουν να ξεχωρίζει, ενώ η οικονομία των κερμάτων δένει τους γρίφους με τις μάχες σε σημείο που καμία πλευρά δεν πνίγει την άλλη.
Οι αδυναμίες του είναι υπαρκτές και δεν κρύβονται, με βασικότερη την ποικιλία των τεράτων και τα bosses που κρατάνε τις μάχες περισσότερο από όσο χρειάζεται, αλλά και ένα σύστημα μάχης χωρίς ιδιαίτερο βάθος. Η έλλειψη πρωτοτυπίας στους γρίφους και στους βασικούς μηχανισμούς φαίνεται επίσης, κυρίως σε όσους έχουν περάσει χρόνια με τα κλασικά του είδους. Ωστόσο, στο σύνολό του, πρόκειται για έναν τίτλο που δικαιολογεί τόσο την τιμή του όσο και τον χρόνο που απαιτεί.
Το αδιαμφισβήτητο στοιχείο του είναι η ατμόσφαιρα που θυμίζει κάλιστα παιχνίδια όπως τα πρώτα Resident Evil, το Silent Hill ή ακόμα και το Alan Wake. Προσωπικά, θεωρώ πως το Silver Pines είναι μια πολύ εύκολη πρόταση μέσα σε αυτόν τον αρκετά busy μήνα και αν δεν έχετε παίξει ποτέ κάτι παρόμοιο, το Story ή το δεύτερο επίπεδο δυσκολίας είναι μια καλή πόρτα εισόδου στο είδος.
Silver Pines
Ένας τίτλος που ξαναφέρνει τη λογική των πρώτων Resident Evil και Silent Hill σε 2D μορφή, με εξαιρετική ατμόσφαιρα, level design με metroidvania λογική που ανταμείβει το backtracking και μια έξυπνη οικονομία που μας βάζει να διαλέγουμε ανάμεσα σε save και πυρομαχικά. Το "κουμπωμένο" σύστημα μάχης, ορισμένοι προβληματικοί μηχανισμοί και τα bosses που στηρίζονται στην διάρκειά τους το κρατούν μακριά από το τέλειο. Παρ' όλα αυτά είναι από τα καλύτερα κλασικά survival horror των τελευταίων χρόνων.
Τα καλά
- Εντυπωσιακή, καταπιεστική ατμόσφαιρα
- Level design που ανταμείβει
- Τέσσερα επίπεδα δυσκολίας
- Ενδιαφέρον σύστημα οικονομίας
Τα όχι και τόσο καλά
- Αδιάφορο combat
- Τα bosses
- Λίγη ποικιλία τεράτων και γνώριμοι γρίφοι
