Όταν ξεκίνησα να παίζω παιχνίδια η πρώτη μου επαφή ήταν με πιο άμεσες εμπειρίες όπως το Tekken 3, το Crash Bandicoot και το Medievil. Αν και η φορητή διασκέδαση ήταν η προτίμησή μου, μιας και δεν υπήρχαν ελεύθερες τηλεοράσεις στο σπίτι μου, η πρώτη μεγάλη σπιτική κονσόλα ήταν το Playstation 1. Ως μια από τις πιο μεγάλες κονσόλες της περιόδου, το PS1 ήταν ένα σύστημα που βρέθηκε στα σπίτια πολλών από εμάς και μαζί του και ένα αντίγραφο του Final Fantasy 7, ενός από τα πιο αγαπημένα και γνωστά παιχνίδια της σειράς.
Ως μικρό αγόρι, δεν κατείχα την αγγλική γλώσσα όπως σήμερα και έτσι αν έπαιζα τέτοιου είδους παιχνίδια δεν πολυκαταλάβαινα τι διάβαζα οπότε δεν έδωσα και ιδιαίτερη βάση τότε. Πλέον, μεγαλύτερος, ίσως σοφότερος (θέλω να ελπίζω) και πιο έμπειρος στα βιντεοπαιχνίδια, έχω πιάσει τον εαυτό μου να επενδύω περισσότερο χρόνο στα JRPGs και να ανατρέχω σε παλιότερα παιχνίδα που ήθελα να καταλάβω και να βιώσω σε όλη τους την δόξα. Ένα από αυτά δεν ήταν το FF7, κάτι που μετανιώνω. Τα τελευταία χρόνια όμως, δεν έχω δικαιολογία πάνω σε αυτό. Με την Remake σειρά του FF7 να ολοκληρώνεται ομολογώ πως η σειρά έχει κεντρίσει αρκετά το ενδιαφέρον μου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το lore. Και έτσι, χωρίς να το καταλάβω, έχω τα FF7 Remake και FF7 Rebirth σε PC και PS5 λες και κάνω συλλογή. Τώρα απλά μένει το Kingdom Hearts I~III Collection.
Όταν η Square Enix ανακοίνωσε ότι το Final Fantasy VII Rebirth θα κυκλοφορούσε για το Switch 2, είχα αρκετούς ενδοιασμούς. Εξάλλου, μην ξεχνάμε πως πρόκειται για έναν από τους πιο μοντέρνους, εντυπωσιακότερους τίτλους της προηγούμενης γενιάς, με έναν πιο ανοιχτό κόσμο και γραφικά που δεν φαίνονταν συμβατά σε φορητό hardware. Αλλά παραδόξως, η εμπειρία στην κονσόλα είναι καλύτερη απ’ότι περίμενα αλλά…με θυσίες.

Η ιστορία συνεχίζεται
Το Rebirth συνεχίζει ακριβώς από εκεί που τελείωσε το Remake. Ο Cloud και η παρέα του εγκαταλείπουν την Midgar και κατευθύνονται προς τον Sephiroth, προσπαθώντας να αποτρέψουν την καταστροφή του πλανήτη που και οι δύο πλευρές έχουν δει σε κοινό όραμα. Εναλλαγές μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος μας δίνουν μια πιο σφαιρική ματιά των γεγονότων ενώ πλέον μαθαίνουμε τι είναι ο Sephiroth, τι είναι οι SOLDIER, από που προέρχονται και γιατί ο πλανήτης απειλείται.
Αυτό που κάνει το Rebirth πιο ιδιαίτερο σε σχέση με την έκδοση του 1997 είναι ο τρόπος με τον οποίο χτίζονται οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Η Yuffie, την οποία είδαμε και στο Intergrade DLC του Remake, γίνεται η νεότερη “αδερφή” της ομάδας, η Tifa είναι η πιο προσγειωμένη μαχήτρια της ομάδας, ο Barret είναι ο πιο θερμοκέφαλος επαναστάτης και η Aerith είναι η πιο ευχάριστη παρουσία της ιστορίας αλλά και αυτή στην οποία εστιάζει περισσότερο το παιχνίδι και για συγκεκριμένους λόγους.

Η σοβαρότητα αυτού του κεφαλαίου “μαλακώνει” από σκηνικά και παράπλευρες δραστηριότητες που θα μεγαλώσουν τον χρόνο του παιχνιδιού και θα μας κρατήσουν άξια απασχολημένους. Για παράδειγμα, αναζητώντας απαντήσεις και μια ανάπαυλα, θα βρεθούμε στο Gold Saucer, ένα πάρκο αναψυχής, εκεί όπου η ομάδα θα μπορεί να λάβει μέρος σε αρκετά mini-games, δραστηριότητες και εκθέματα ενώ την ίδια στιγμή θα βρεθούν στο επίκεντρο των εξελίξεων. Γενικότερα, υπάρχει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο σοβαρό και το χαλαρό, σε βαθμό που μας κρατάει το ενδιαφέρον, ακόμα και αν σε μερικές περιπτώσεις ίσως νιώσουμε πως “τραβάει” αρκετά.
Σε αυτό συμβάλλει η δομή αυτής της συνέχειας, μια δομή που ξεφεύγει από την “ημι-γραμμικότητα” του Remake και μας εκθέτει σε έναν εκτεταμένο, πιο ανοιχτό κόσμο χωρισμένο σε πολλαπλές πυκνές ζώνες. Οι παράπλευρες αποστολές, οι δραστηριότητες, τα μυστικά, τα σημεία ενδιαφέροντος και τα minigames μπορεί να δίνουν την αίσθηση πως υπάρχουν για να επεκταθεί ο χρόνος αλλά, ευτυχώς, κάθε δραστηριότητα είναι συνδεδεμένη με κάτι άλλο. Η εξερεύνηση των Lifesprings, για παράδειγμα, αποδίδει σπάνιους πόρους και αποκαλύπτει lore, αλλά η ολοκλήρωσή τους σε μια ζώνη ξεκλειδώνει και ένα μοναδικό boss hunt που μας ανταμείβει με Summon ή άλλο Materia.

Μάχη που απαιτεί σκέψη
Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για την σειρά Remake χωρίς να αναφερθούμε στο σύστημα μάχης. Το action-based σύστημα επιστρέφει, βελτιωμένο και με περισσότερες επιλογές κατά την διάρκεια της μάχης. Όπως και παλιότερα, χτίζουμε το ATB gauge μέσα από επιθέσεις και αμυντικές κινήσεις και μόλις γεμίσει μπορούμε να επιλέξουμε ξόρκια ή ικανότητες από ένα γρήγορο μενού ώστε να δημιουργήσουμε συνεχόμενα combos.
Κάθε χαρακτήρας έχει διαφορετικό στυλ και αίσθηση στην μάχη αλλά εκεί που το σύστημα αναδεικνύεται περισσότερο είναι στα νέα Synergy Skills. Αυτές είναι κοινές επιθέσεις μεταξύ χαρακτήρων, σαν ντουέτα επιθέσεων που προσθέτουν ένα στρώμα τακτικής και μας ενθαρρύνουν να εναλλάσουμε συνεχώς το party μας για να ξεκλειδώσουμε κάτι πιο νέο.
Το σύστημα των Materia επιστρέφει ως ο κεντρικός μηχανισμός εξέλιξης. Μιλάμε για orbs που αναπαριστούν ξόρκια και ικανότητες, ανεξάρτητα επίπεδα και παθητικές ικανότητες και εδώ μας δίνεται η δυνατότητα σύνδεσής τους για πιο σύνθετα αποτελέσματα. Κανένα Materia δεν είναι περιορισμένο προς συγκεκριμένο ήρωα, δίνοντας μας έτσι ευρεία ελευθερία στο ποιο θα βάλουμε που. Για παράδειγμα, όλη η ομάδα μπορεί να έχει Cure Materias, όλη η ομάδα μπορεί να έχει Elemental Materias ή, αν το επιθυμούμε, μπορούμε να μετατρέψουμε την Aerith σε Bruce Lee.

Εξίσου μεγάλο χρόνο θα περάσουμε παίζοντας και τα διάφορα minigames που είναι απλωμένα στον κόσμο του παιχνιδιού. Αγώνες και δοκιμασίες με chocobo, παιχνίδια που θυμίζουν shoot ’em-ups, παιχνίδια στρατηγικής και γενικότερα παιχνίδια που απαιτούν high score θα μας ωθήσουν στο να παίξουμε για να κερδίσουμε Material και άλλα χρήσιμα αντικείμενα. Ωστόσο, αυτό που σίγουρα μας έκανε ιδιαίτερη έκπληξη ήταν το Queen’s Blood ένα card game σε 3×5 Grid Table και έχει αρκετό βάθος που θα δικαιολογούσε άνετα μια ανεξάρτητη κυκλοφορία. Και το γεγονός ότι επιστρέφει στο Revelation, μας γεμίζει ελπίδα για το ανεξάρτητο μέλλον του.
Οι θυσίες ενός port
Η Square Enix κατόρθωσε να τρέξει έναν PS5 τίτλο σε hardware με κλάσεις λιγότερη ισχύ, αλλά για να το πετύχει αυτό έπρεπε να κάνει αρκετές θυσίες. Πρώτη και πιο αισθητή είναι η ποιότητα των textures που έχει μειωθεί στο επίπεδο του Xbox Series S. Οι αποστάσεις των σκιών είναι εξίσου μειωμένες, η πυκνότητα της βλάστησης είναι πιο αραιή ενώ αντικείμενα έχουν αφαιρεθεί από διάφορες περιοχές και οι NPCs πέρα από μια συγκεκριμένη απόσταση παγώνουν εντελώς. Και φυσικά, το pop-in παραμένει σταθερά αισθητό στον ανοιχτό κόσμο.
Παρόλα αυτά, τα μοντέλα των χαρακτήρων καταφέρνουν να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, τα physics φαίνεται να παραμένουν ακέραια και το παιχνίδι αξιοποιεί το DLSS της συσκευής από 540p σε 1080p σε docked mode και έως 576p σε portable, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρήσουμε artifacts και αλλοιώσεις στην εικόνα, αλλά όχι σε ενοχλητικό βαθμό.

Σε γενικότερες γραμμές, όσον αφορά την απόδοση, το Rebirth παραμένει ένα εντυπωσιακό port για τα δεδομένα της κονσόλας. Στοιχεία όπως οι επιφάνειες σίγουρα είναι κατώτερα από αυτά των υπολογιστών και του playstation όμως κολλήματα που υπήρχαν φαίνεται να έχουν περιοριστεί αρκετά ενώ τα cutscenes και σημαντικές στιγμές αποδίδονται όμορφα. Εκεί που θα δούμε διαφορά και πολλές πτώσεις είναι στα Summons και τα boss fights με εμφανείς πτώσεις κατά τις “βαριές στιγμές” και Spells. Καλώς ή κακώς, το Switch 2 δεν επιτυγχάνει σταθερό 30fps σε κάθε συνθήκη, αλλά η εμπειρία είναι αρκετά λειτουργική για το μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού.
Συμπέρασμα
Δεν ήθελα να επεκταθώ πάρα πολύ στο γενικότερο gameplay και την λογική του Final Fantasy VII Rebirth. Είναι ένας τίτλος που έχει κυκλοφορήσει εδώ και χρόνια και τόσο οι fans της σειράς όσο και πιο νέοι παίκτες σίγουρα το έχουν παίξει σε έναν βαθμό και ξέρουν περί τίνος πρόκειται. Αλλά μιας και κυκλοφόρησε για ακόμα μια φορά, ήθελα να δω τι διαφορά θα είχε σε μια “κατώτερη” κονσόλα και αν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις κάποιου που προτιμά την φορητότητα.
Σίγουρα, στο Switch 2 δεν έχουμε την βέλτιστη έκδοση του παιχνιδιού αλλά παραμένει το ίδιο εξαιρετικό παιχνίδι σε μια εκδοχή που κάνει αρκετά καλά τη δουλειά της. Για όσους δεν διαθέτουν PS5 ή gaming PC, η φορητότητα το καθιστά μια από τις καλύτερες επιλογές του καταλόγου του Switch 2. Οι οπτικές και τεχνικές αδυναμίες είναι πραγματικές, αλλά δεν ακυρώνουν μία από τις πιο ολοκληρωμένες JRPG εμπειρίες της τελευταίας δεκαετίας.
Το Review Code ήταν μια παραχώρηση της CD Media S.A. για τις απαιτήσεις αυτής της κριτικής. Το Review έγινε σε Nintendo Switch 2.
Final Fantasy VII Rebirth
Ένα εξαιρετικό JRPG επιστρέφει σε μια κονσόλα που, κανονικά, δεν θα έπρεπε να το υποστηρίζει. Ακόμα και αν οι οπτικές θυσίες και τα "παραπατήματα" της απόδοσης είναι αισθητά, δεν είναι αρκετά για να αλλοιώσουν την εμπειρία.
