Πριν από μερικά χρόνια, η γυναίκα μου, είχε γράψει το πρώτο της Review για λογαριασμό του Alttab. Τότε ήταν δειλά τα πρώτα της βήματα, αλλά και τυχερά μιας και η πρώτη της κριτική κατάφερε να μπει στο Accolades Trailer του παιχνιδιού. Το παιχνίδι εκείνο ήταν το Bandle Tale: A League of Legends Story, ένας τίτλος που συνδύαζε δύο από τα αγαπημένα της πράγματα – τα cozy παιχνίδια και το League of Legends. Για όσους δεν θυμούνται, το Bandle Tale ήταν ένας τίτλος από την Riot Forge, το τότε πείραμα της Riot να επεκτείνει το σύμπαν του League σε άλλα παιχνίδια, σε πιο single-player εμπειρίες, σε νέες ιστορίες. Αν και δεν πέτυχε το πείραμα, μας χάρισε πανέμορφα παιχνίδια και μερικές εμπειρίες που μου έχουν μείνει χαραγμένες μέχρι και σήμερα όπως το Ruined King, ίσως το πιο γνωστό παιχνίδι της εμπειρίας.
Το Bandle Tale λοιπόν, το είχε δημιουργήσει η Lazy Bear Games, μια ομάδα κυρίως γνωστή για το Graveyard Keeper και το Punch Club αλλά και σε cozy/management παιχνίδια. Έτσι, μετά από μερικά χρόνια και κάπως από το πουθενά, ερχόμαστε στο σήμερα, σε μια περίοδο που το νεκροταφείο μεγαλώνει με το δεύτερο παιχνίδι της σειράς. To DNA της σειράς παραμένει ατόφιο και ενισχύεται με περισσότερους μηχανισμούς, μια νέα ιστορία αλλά το ίδιο γνώριμο gameplay.
Η πόλη που στο πρώτο παιχνίδι ήταν σχεδόν μια σημείωση κατά την διάρκεια της ιστορίας, εδώ γίνεται το επίκεντρο των δραστηριοτήτων μας. Αναλαμβάνουμε τον ρόλο του νέου Φύλακα ο οποίος αναλαμβάνει και τον ρόλο του Νεκροθάφτη και καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια άγνωστη επιδημία απέθαντων που έχει καταλάβει την περιοχή, ενώ από την πρώτη στιγμή το παιχνίδι γεμίζει με αναφορές και callbacks σε γεγονότα και DLC του πρώτου μέρους. Η αφήγηση κρατά σαρκαστικό, υπερβολικό χιούμορ μέσα σε ένα σκοτεινό μεσαιωνικό fantasy σκηνικό, με τον κλασικό ομιλητικό σκελετό να δίνει την τυπική κωμική ανάσα ανάμεσα στα πιο βαριά στοιχεία της υπόθεσης. Οι διάλογοι έχουν και μικρές διακλαδώσεις, τίποτα δραματικό σε επίπεδο επιλογών ζωής και θανάτου, αλλά αρκετό ώστε να νιώσουμε πως η γνώμη μας μετράει έστω και λίγο.
Το Graveyard Keeper 2 είναι φτιαγμένο ώστε να παίρνουμε τον χρόνο μας, να εξερευνούμε με τον δικό μας ρυθμό και να μη τιμωρούμαστε ιδιαίτερα αν αγνοήσουμε ένα κομμάτι της εμπειρίας για να επικεντρωθούμε σε άλλο. Αυτό στην αρχή φαίνεται σαν σεβασμός προς τον χρόνο μας όμως γρήγορα νιώθεις πως κάθε απλή εργασία μετατρέπεται σε μικρό γρανάζι μέσα σε μια μηχανή που δεν σταματά ποτέ. Ένα σπίτι που χρειάζεται μια σανίδα μπορεί να μας στείλει σε τρία διαφορετικά crafting stations, σε δύο skills που δεν είχαμε ξεκλειδώσει ακόμα και σε μια αναζήτηση υλικών που κρατά περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε μόνο και μόνο για ένα υλικό. Η πολυπλοκότητα είναι σχεδιασμένη επίτηδες, κρατάει την νοοτροπία των άλλων παιχνιδιών της εταιρείας, όμως πολλές φορές μας αφήνει με την αίσθηση πως δουλεύουμε χωρίς μισθό αντί να παίζουμε κάτι για να χαλαρώσουμε.

Αυτό δεν σημαίνει πως η δουλειά δεν έχει και τις καλές της στιγμές, τουλάχιστον αν δώσουμε κάποιον χρόνο σε κάθε δραστηριότητα. Πρώτα απ’όλα, τα ζόμπι επιστρέφουν ως το βασικό μας εργατικό δυναμικό, ακριβώς όπως στο DLC του πρώτου παιχνιδιού, αλλά τώρα μπορούμε να τα μετατρέψουμε και σε πολεμιστές. Εδώ υπάρχει ένα σύστημα μάχης που θυμίζει περισσότερο RTS ή Tower Defense με την ίδια την μάχη να αποκτά όπλα, πανοπλίες και ένα ξεχωριστό progression system, ενώ η πόλη πρέπει να αμυνθεί απέναντι σε εχθρικές ορδές. Στήνουμε τείχη, τοποθετούμε τα στρατεύματά μας σε ανάλογες θέσεις και παρακολουθήσαμε τις πρώτες συγκρούσεις με αρκετό ενδιαφέρον, καθώς είναι από τα πιο φρέσκα κομμάτια της σειράς. Το πρόβλημα είναι πως, όπως και το υπόλοιπο παιχνίδι, ακόμα και αυτό το κομμάτι ζητά χρόνο και προετοιμασία πριν προσφέρει κάτι απολαυστικό, οπότε δεν είναι σπάνιο να περνάμε περισσότερο χρόνο χτίζοντας υποδομές απ’ όσα περνάμε πολεμώντας.
Όσο προοδεύουμε αρχίζουν να εμφανίζονται μηχανήματα, ζώνες παραγωγής και πιο βιομηχανικές διαδικασίες, με το crafting tree να ξεκλειδώνει σταδιακά νέες τεχνολογίες. Το να βλέπουμε όπλα και πανοπλίες να παράγονται μόνα τους πάνω σε μια ταινία παραγωγής, ενώ εμείς ασχολούμαστε με κάτι άλλο, δίνει αυτή την αίσθηση προόδου που λείπει από τα άλλα σημεία του παιχνιδιού. Χρειάζεται αρκετή ώρα για να φτάσει κανείς σε αυτό το σημείο, όμως μόλις η γραμμή παραγωγής άρχισε να δουλεύει μόνη της, θυμίζει κάτι από Factorio και άλλα αντίστοιχα παιχνίδια.

Τα συστήματα προόδου προσφέρει αρκετά κλαδιά για να ξεκλειδώσουμε και να εξερευνήσουμε και μπορούμε πάντα να δώσουμε έμφαση σε όποιο τομέα μας ενδιαφέρει περισσότερο, κάτι που θεωρητικλα δίνει ελευθερία. Το πρόβλημα είναι πως το παιχνίδι παρουσιάζει τεράστιο αριθμό συστημάτων πολύ νωρίς, χωρίς να αφήσει αρκετό χρόνο να συνηθίσουμε το ένα πριν έρθει το επόμενο. Η εβδομάδα των έξι ημερών και τα burial certificates επιστρέφουν από το πρώτο παιχνίδι, δίνοντας μια αίσθηση οικειότητας σε όσους έχουν παίξει, αλλά ευτυχώς εδώ δεν απαιτείται να γνωρίζουμε όλο το lore του προκατόχου για να καταλάβουμε την λογική τους. Ένας νέος παίκτης μπορεί να μπει κατευθείαν, μόνο που θα χρειαστεί μεγάλη υπομονή στις πρώτες ώρες.
Ο κόσμος με την σειρά του είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι θυμόμαστε από το πρώτο παιχνίδι, με την πόλη να λειτουργεί σαν την καρδιά της εξερεύνησης. Κάθε γωνιά έχει κάτι που εξυπηρετεί κάποιο σύστημα, κάποιο αντικείμενο ή κάποια αλυσίδα παραγωγής και χρειάζεται αρκετός χρόνος μέχρι να καταλάβουμε πώς όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Σε αυτό βοηθά αρκετά και η δουλειά στα γραφικά, με το παιχνίδι να χρησιμοποιεί την πολύ χαρακτηριστική 2.5D αισθητική του πάνω σε 3D γραφικά και σταθερή top down κάμερα. Ο φωτισμός αλλάζει όσο εξερευνούμε, τα περιβάλλοντα γεμίζουν λεπτομέρειες και σε κάποια σημεία σταματήσαμε απλώς για να δούμε το σκηνικό, κάτι που δεν περιμέναμε από ένα παιχνίδι με τόσο πυκνά συστήματα διαχείρισης από πίσω. Ωστόσο, αυτό που με παραξένεψε και δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να ισχύει είναι πως σε μερικά σημεία, ιδιαίτερα στα slideshow της ιστορίας, οι στάσεις, οι εκφράσεις και ο γενικότερος σχεδιασμός τους μοιάζει βγαλμένος από κάποιο generative A.I., αν και οι δημιουργοί δηλώνουν ότι δεν χρησιμοποίησαν κάτι τέτοιο.
Όσο για την απόδοση, είναι ως επι τω πλείστον καλή στην έκδοση του Nintendo Switch 2 αν και συνάντησα μερικά προβλήματα που είναι κάπως δύσκολο να αναπαραχθούν. Συγκεκριμένα, υπήρξαν στιγμές όπου αφού έκοβα ένα δέντρο κοντά στο σπίτι μου, ίοταν πήγαινα να κοιμηθώ την επόμενη ημέρα τα καρέ έπεφταν σε μονοψήφιο αριθμό σε σημείο που πάγωνε όλο το παιχνίδι. Ίσως είχε να κάνει με κάποιο memory leak αλλά ακόμα και έτσι παραήταν αισθητό για να το παραβλέψω. Είμαι σίγουρος πως αυτό θα διορθωθεί μελλοντικά αλλά αυτό και άλλα μικρότερα προβλήματα συνθέτουν ένα αυξομειώμενης ποιότητας σκηνικό.

Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Graveyard Keeper 2 συνεχίζει την φόρμουλα του πρώτου παιχνιδιού αλλά δεν φοβάται να δώσει πολύ περισσότερα από όσα περιμέναμε και ίσως χρειάζεται. Το εύρος περιεχομένου είναι εντυπωσιακό, ο κόσμος είναι μεγάλος και λεπτομερής, το χιούμορ κρατά το ύφος του πρώτου παιχνιδιού και η μίξη του management, με το crafting και το strategy λειτουργεί αρκετά καλά.
Ταυτόχρονα, η πολυπλοκότητα μπορεί εύκολα να γίνει υπερβολική, ειδικά για κάποιον που μπαίνει πρώτη φορά στη σειρά και αρκετές απλές εργασίες μετατρέπονται σε μακροσκελείς διαδικασίες που δεν προσφέρουν πάντα ανάλογο βάθος. Δεν θα βρούμε πάντα αρκετά κίνητρα πέρα από το ίδιο το grinding για να συνεχίσουμε και το χιούμορ ή οι αναφορές, όσο καλά και να είναι, δεν αρκούν πάντα για να αντισταθμίσουν την κόπωση που φέρνουν ορισμένα συστήματα.
