Το Castlevania: Symphony of the Night ήταν και παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου metroidvanias. Όμως, από τότε που η Konami αλλά και η Nintendo άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη βάση σε άλλα franchises, το είδος πέρασε στα χέρια άλλων ομάδων ανάπτυξης με αποτέλεσμα να βλέπουμε κάθε χρονιά νέους, μοναδικούς τίτλους. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να δούμε έναν τίτλο που θα “τάραζε τα νερά” και θα αναβίωνε το είδος στο σημείο που βρίσκεται σήμερα. Ναι, αναφέρομαι στο Hollow Knight, μια σειρά (πλέον) που παραμένει αγαπημένη για πολλούς παίκτες σε όλο το κόσμο και είναι υπεύθυνη για την έξαρση παιχνιδιών που μένουν χαραγμένα στην μνήμη μας όπως το Nine Sols, το Grime και το Bō: Path of the Teal Lotus.
Το Constance, από το γερμανικό ανεξάρτητο στούντιο Blue Backpack, είναι το πιο πρόσφατο παιχνίδι στο είδος και επιχειρεί να τοποθετηθεί σε αυτή την απαιτητική κατηγορία, έχοντας ως σημείο αναφοράς αυτές τις γνωστές και επιτυχημένες παραγωγές. Αυτό που το κάνει να διαφέρει όμως είναι τόσο τα γραφικά και τα σχέδια του, η λογική του αλλά και η ροή που έχουν τα animations. Με μια πρώτη ματιά θα λέγαμε πως είναι ένα “Metroidvania Splatoon”.

H ιστορία του Constance επικεντρώνεται στην ομώνυμη πρωταγωνίστρια, μια νεαρή καλλιτέχνιδα που βιώνει μια δύσκολη περίοδο και απομονώνεται στον δικό της κόσμο. Το παιχνίδι, από τα πρώτα λεπτά, μας προειδοποιεί πως εδώ έχουμε να κάνουμε με θέματα ψυχικής υγείας, κούρασης, προβληματισμών και πνευματικής αναζήτησης. Γι’αυτό, τα προσωπικά της προβλήματα, οι ανησυχίες και η ψυχολογική της κατάσταση αποκτούν υλική υπόσταση, μετατρέπονται σε εχθρούς και εμπόδια, τα οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε χρησιμοποιώντας τα χρώματα και την τέχνη ως όπλο και εργαλείο μας. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι κάτι που συναντάμε για πρώτη φορά στον χώρο των ανεξάρτητων παιχνιδιών, ωστόσο εδώ ενσωματώνεται με τρόπο που εξυπηρετεί την αφήγηση.
Η ψυχική υγεία της ηρωίδας αποκαλύπτεται σταδιακά, αλλά καταλαβαίνουμε αμέσως πως ο κόσμος της είναι διαστρευλωμένος. Στην αρχή την βλέπουμε να κάθεται μπροστά σε έναν υπολογιστή και να κατακλύζεται από μηνύματα, ειδοποιήσεις, εργασιακά και όλα όσα μπορεί να μας οδηγήσουν στο λεγόμενο ‘burnout’. Η αποκάλυψη της κατάστασής της γίνεται σταδιακά, μέσα από το ίδιο το gameplay και την εξερεύνηση. Το gameplay όμως, αν και απλό ή γνώριμο για τους λάτρεις του είδους, παραμένει το highlight (μαζί πάντα)

Ένα ακόμη metroidvania (;)
Tο Constance είναι ένα ακόμα 2D metroidvania, με έμφαση στην εξερεύνηση, την απόκτηση ικανοτήτων και την επιστροφή σε προηγούμενες περιοχές, στοιχεία αρκετά γνωστά. Δεν χάνουμε χρόνο και ήδη από την αρχή βλέπουμε ένα καλλιτεχνικό υπόβαθρο, μια αρχή που μας γεμίζει ιδιαίτερα χρώματα και σχέδια και μια πρωταγωνίστρια που ενώ βυθίζεται στην Άβυσσο, γεννιέται μέσα από τα χρώματα και ξεκινάει μια εξερεύνηση προς το άγνωστο. Το παιχνίδι δεν χάνει χρόνο και μας δείχνει κατευθείαν τα βασικά, με το πήδημα και τις επιθέσεις μας να είναι τα πρώτα στοιχεία ενώ μέσα σε 10 λεπτά θα ξεκλειδώσουμε την πρώτη μας ικανότητα.
Το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί το παιχνίδι είναι η χρήση της μπογιάς. Η πρωταγωνίστρια χρησιμοποιεί το πινέλο της τόσο για επιθέσεις όσο και για αλληλεπίδραση με το περιβάλλον αλλά και για να αξιοποιήσει τις ικανότητές της. Μπορούμε, για παράδειγμα, να γίνουμε χρώμα και να κινηθούμε μέσα σε επιφάνειες, να περάσουμε μέσα από εμπόδια ή να εκτελέσουμε ειδικές κινήσεις, καταναλώνοντας έναν μετρητή μπογιάς. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός δεν μας περιορίζει υπερβολικά, καθώς η αναπλήρωση γίνεται γρήγορα, επιτρέποντας συνεχή ροή στη δράση ακόμα και αν φαντάζει ένας “κλεμμένος”, από τα souls, μηχανισμός.
Όπως συνηθίζεται στα metroidvania, η πρόοδός μας βασίζεται στην σταδιακή εύρεση και ενίσχυση των ικανοτήτων μας και την εξίσου σταδιακή εξοικείωση με τους μηχανισμούς μας. Όσο προχωράμε, θα βρούμε νέες ικανότητες, νέες επιθέσεις αλλά και σημεία που θα απαιτούν μεγαλύτερη ακρίβεια, καλύτερο συγχρονισμό των κινήσεών μας και καλύτερη ισορροπία μεταξύ platforming και μάχης.
Η περιήγησή μας στα περιβάλλοντα παραμένει στο επίκεντρο και, πολλές φορές, θα γίνει το στοιχείο που πρέπει να προσέχουμε. Θα πεθάνουμε πολλές φορές προσπάθώντας να ξεπεράσουμε ορισμένα εμπόδια και, πόσο μάλλον, δυσκολότερα τέρατα και αφεντικά. Όταν πεθάνουμε μας δίνονται δύο επιλογές με την κάθε μία να επιβραβεύει ή να μας δυσκολεύει. Για παράδειγμα, μπορούμε να γυρίσουμε σε κάποιο save point και να χρειαστεί να κάνουμε όλη την διαδρομή από την αρχή ή να επιστρέψουμε στην αρχή του δωματίου με την διαφορά ότι οι εχθροί μας πλέον είναι δυσκολότεροι, έχουν ασπίδα και δεν μπορούμε να τους αποφύγουμε.
Για να αντιμετωπίσουμε ορισμένες από τις δυσκολίες που εισάγει το Constance, υπάρχει ένα σύστημα εξοπλισμού μέσω των λεγόμενων “inspirations”, τα οποία λειτουργούν ως παθητικές ενισχύσεις για τις ικανότητες που ήδη έχουμε. Όταν τις αποκτάμε καλούμαστε να τις βάλουμε πάνω σε ένα πλέγμα περιορισμένων θέσεων, προσαρμόζοντας τον τρόπο παιχνιδιού μας. Ο περιορισμός αυτών των θέσεω μας υποχρεώνει, σχεδόν πάντα, να κάνουμε διαφορετικές επιλογές κάθε φορά, ανάλογα με την δυσκολία που καλούμαστε να ξεπεράσουμε.

Αληθινός κόσμος της φαντασίας
Ως ένα παιχνίδι που κυμαίνεται μεταξύ πραγματικότητας και ψυχισμού, το Constance διαθέτει επίπεδα και εχθρούς που προέρχονται από το περιβάλλον της ηρωίδας. Στην μορφή τους, τα διάφορα επίπεδα ακολουθούν τα πρότυπα των metroidvanias ενώ διαθέτουν στοιχεία που απαιτούν συγκεκριμένες ικανότητες για να τα ξεπεράσουμε. Αν και το παιχνίδι δεν προσφέρει την πιο ανοιχτή δομή που έχουμε δει σε metroidvania, καταφέρνει να διατηρεί το ενδιαφέρον μέσω κρυφών διαδρομών και προαιρετικών προκλήσεων.
Οι εχθροί μας κυριότερα, φέρουν την μορφή αντικειμένων και στοιχείων από το γραφείο και το γενικότερο περιβάλλον της Constance. Ανεμιστήρες, οθόνες υπολογιστών και άλλες οικειακές συσκευές αποδίδουν με τον τρόπο τους το βάρος που νιώθει και αποτελούν τις βασικές εχθρικές οντότητες σε έναν γνώριμο αλλά παράλληλα και άγνωστο κόσμο. Τα σχέδιά τους μπορεί να μοιάζουν κοινά στην πλειοψηφία τους, ωστόσο κατορθώνουν να μεταφέρουν το άγχος και την εχθρικότητα που νιώθει από αυτά στον πραγματικό κόσμο.

Οι platforming δοκιμασίες αποτελούν σημαντικό μέρος της εμπειρίας. Υπάρχουν αρκετά απαιτητικά σημεία στην κύρια πορεία, ενώ οι προαιρετικές περιοχές ανεβάζουν ακόμη περισσότερο το επίπεδο δυσκολίας και μας ανταμείβουν με αναβαθμίσεις στην υγεία μας ή τις ικανότητες, αλλά και συλλεκτικά στοιχεία. Η ακρίβεια που απαιτείται είναι υψηλή, αλλά το σύστημα χειρισμού ανταποκρίνεται αρκετά καλά, επιτρέποντας μας να βελτιωνόμαστε και να μαθαίνουμε, όσο προχωράμε, μέσω επανάληψης.
Οι μάχες με τους εχθρούς βασίζονται σε μοτίβα που χρειάζεται να αναγνωρίσουμε και να αξιοποιήσουμε, αν και τα αφεντικά μας αφήνουν να ζητάμε κάτι παραπάνω. Κάθε αντίπαλος απαιτεί διαφορετική προσέγγιση, αποφεύγοντας την επανάληψη. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις μάχες με τα bosses, οι οποίες αποτελούν από τα πιο δυνατά σημεία του παιχνιδιού. Οι αναμετρήσεις αυτές απαιτούν προσαρμογή, σωστό timing και καλή κατανόηση των μηχανισμών, με τα μοτίβα τους να μοιάζουν αρκετά κοινά.

Ένας καμβάς ζωγραφικής
Το δυνατότερ στοιχείο του Constance είναι τα γραφικά και τα σχέδιά του. Όλα τα στοιχεία, από τα παρασκήνια, τα περιβάλλοντα, τους χαρακτήρες και τα τέρατα είναι χειροποίητα, σχεδιασμένα με έμφαση στην κίνηση και τις λεπτομέρειες. Ειδικότερα, οι χαρακτήρες και τα περιβάλλοντα έχουν καθαρό σχεδιασμό, με τα animations να ρέουν όμορφα και να συμβάλουν στο να σχηματιστεί μια πανέμορφη αισθητική που μοιάζει με μίξη comic και πίνακα ζωγραφικής.
Παρά την προσεγμένη παρουσίαση, ο σχεδιασμός των επιπέδων εμφανίζει μια σχετική ομοιομορφία. Οι περιοχές συχνά βασίζονται σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, ειδικότερα στο τι υπάρχει στο background, αν και υπήρξαν ορισμένες εξαιρέσεις.
Από την άλλη όμως, η συνολική ποιότητα παραμένει υψηλή και στο Nintendo Switch όλη η εμπειρία γίνεται ευπρόσδεκτη και αποδοτική. Στο Nintendo Switch 2 η απόδοση απογειώνεται τόσο σε Portable όσο και σε Docked Mode μετατρέποντας την έκδοση σε μια ιδανική προσθήκη στην συλλογή της κονσόλας (παρόμοια με το Silksong).

Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Constance είναι ένα ακόμα metroidvania που εμπνέεται από τους πρόσφατους “μεγάλους” του είδους και προσπαθεί να διαφοροποιηθεί αξιοποιώντας αυτές τις ιδέες όσο καλύτερα γίνεται, προσαρμόζοντάς τες σε ένα σύνολο που λειτουργεί αποτελεσματικά. Η εμπειρία βασίζεται σε καλοσχεδιασμένους μηχανισμούς, σταθερή πρόκληση και μια ιστορία που ενσωματώνεται στη δράση αλλά και γραφικά που ξεχωρίζουν τόσο λόγω της ζωντάνιας τους αλλά και της μοναδικότητάς τους.
Παρά τις επιμέρους αδυναμίες στον σχεδιασμό των επιπέδων και την γενικότερη ποικιλία, το παιχνίδι διατηρεί υψηλό επίπεδο ποιότητας στους τομείς που έχουν σημασία. Ο χειρισμός, οι μάχες και η ροή καταλήγουν σε μια εμπειρία που απευθύνεται κυρίως σε όσους αναζητούν απαιτητικό platforming και σταδιακή πρόοδο σε συνδυασμό με καλό combat και μια “ζεστή” αίσθηση.
Ένας Nintendo Switch Review Code παραχωρήθηκε από τον εκδότη για τους σκοπούς αυτής της κριτικής.
Constance
Ένα παιχνίδι που αντλεί τις σωστές ιδέες, τις εφαρμόζει αποτελεσματικά και καταφέρνει να ξεχωρίσει λόγω της μοναδικής του αισθητικής ταυτότητας.
