Μου λείπουν τα παλιά Pokémon. Παρόλο που σήμερα έχουμε σχεδόν απεριόριστη πρόσβαση σε παιχνίδια του παρελθόντος, τίποτα δεν συγκρίνεται με εκείνη τη στιγμή που κρατούσα στα χέρια μου την «καινούργια κασέτα», την έβαζα στην κονσόλα και άφηνα τη μουσική της να χαραχτεί για πάντα στη μνήμη μου. Έτσι έζησα για χρόνια αυτή τη σειρά, ως ένα παιδί που ενθουσιαζόταν με κάθε νέα προσθήκη. Μέχρι που μεγάλωσα και, μαζί μου, κάπως χάθηκε και η μαγεία αφήνοντάς με να αναζητώ κάτι περισσότερο. Όταν, λοιπόν, ήρθα σε επαφή με το Monster Crown, ένιωσα ξανά αυτή τη νοσταλγία που τόσο έψαχνα και παίζοντάς το, συνειδητοποίησα πως πρόκειται για κάτι πραγματικά ξεχωριστό, κάτι φρέσκο.
Το Monster Crown: Sin Eater είναι ένα πολύ καλό παιχνίδι και, πόσο μάλλον, ένα πολύ καλό sequel. Αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο κομπλιμέντο και η μεγαλύτερη κριτική που μπορώ να του κάνω. Σίγουρα, δεν είναι από εκείνα τα παιχνίδια που θα διαφοροποιήσουν πολύ το είδος, ούτε μπορούμε να πούμε πως είναι “αριστούργημα”, αλλά είναι κάτι που σπάνια βλέπουμε στο είδος του, δηλαδή ένα monster-taming JRPG μας αντιμετωπίζει ως ενήλικες και όχι σαν ένα άτομο κολλημένο στην παιδική του ηλικία.

Μια ιστοριά…όχι για παιδιά
Το Monster Crown διαφοροποιείται αρκετά από την εμπνευσή του τόσο σε επίπεδο παρουσίασης όσο και σε επίπεδο gameplay αλλά και ιστορίας. Εδώ δεν υπάρχει κάποιος φιλικός καθηγητής που μας στέλνει σε μια περιπέτεια ανακάλυψης. Δεν ζούμε σε έναν κόσμο που πρέπει απλά να γίνουμε οι καλύτεροι αιχμαλωτίζοντας όλα τα πλάσματα ενώ παλεύουμε να γίνουμε οι καλύτεροι εκπαιδευτές. Και μπορεί το Pokemon να έχει και πιο “σκοτεινές” ιστορίες και μηνύματα, ποτέ όμως δεν φτάνουν το επίπεδο να μας κάνουν να νιώσουμε άβολα.
Στο Monster Crown βρίσκουμε μια γυναίκα στο πίσω μέρος ενός καταστήματος τεράτων που προσπαθεί να ξεφορτωθεί απόθεμα που δεν μπορεί να πληρώσει και γι’αυτό μας χρεώνει παραπάνω από το κανονικό. Αυτό είναι το πρώτο monster που αποκτάμε και αυτός είναι ο τόνος στον οποίο κινείται το υπόλοιπο παιχνίδι.
Η ιστορία διαδραμματίζεται στο Crown Nation, ένα καταπιεστικό κράτος που διοικείται από έναν ισχυρό άρχοντα και τους τέσσερις αντιπροσώπους του, οι οποίοι φορολογούν και τρομοκρατούν τον πληθυσμό. Ο λόγος που τα παιδιά γίνονται tamers τεράτων σε αυτόν τον κόσμο είναι η ανάγκη για επιβίωση. Τα ίδια παιδιά χρειάζονται χρήματα για να αποφύγουν τη φυλακή, για να κρατήσουν τα σπίτια τους ή απλά για να τραφούν. Ο δικός μας ήρωας είν αι και αυτός ένα άτομο που υποφέρει, που προσπαθεί να κάνει τα πάντα για να μην χάσει την μητέρα και την αδερφή του.
Αυτή η λογική κυριαρχεί σε κάθε πτυχή του παιχνιδιού και είναι και αυτή που κάνει το Monster Crown να ξεχωρίζει πραγματικά. Η ιστορία δεν αποφεύγει τα σκοτεινά της θέματα. Πριν καν τελειώσει ο πρόλογος, παρακολουθούμε μια δημόσια εκτέλεση με όλη την γραφική της αναπαράσταση όπως τον αποκεφαλισμό, το αίμα και γενικότερα, στοιχεία που σπάνια (έως ποτέ) βλέπουμε σε αυτό το είδος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τέρατα, αλλά αμέσως καταλαβαίνουμε ποιοι είναι τα πραγματικά τέρατα. Ίσως το μόνο ψεγάδι σε όλο αυτό όμως είναι η γραφή του. Ενώ υπάρχουν σημεία που είναι ενδιαφέροντα και ιδιαίτερα για το είδος, η επανάληψη είναι εμφανείς σε πολλούς διαλόγους, κάτι που σε ένα παιχνίδι που φροντίζει τόσο πολύ τον κόσμο του, πονάει.

Monster Catching στην κυριολεξία
Το gameplay του Sin Eater δεν διαφέρει ιδιαίτερα από άλλα παιχνίδια του είδους, ειδικά για τους λάτρεις του. Εδώ, υπάρχουν πέντε τύποι τεράτων, πέντε status conditions, σύστημα αιχμαλωσίας με αντικείμενα διαφορετικής αποτελεσματικότητας, turn-based combat σε οριζόντια διάταξη, επιλογή τεσσάρων κινήσεων και ούτω καθεξής. Η πρώτη διαφορά που είδα στο παιχνίδι ήταν το Synergy Bar, μια μπάρα η οποία όταν γεμίζει μας επιτρέπει να εξαπολύσουμε μια ειδική ικανότητα, μοναδική για κάθε πλάσμα που έχουμε.
Η νοσταλγική χροιά όμως, δεν μένει μόνο στην εμφάνιση και την λογική του gameplay αλλά και στα διάφορα συστήματα. Πρώτο και σημαντικότερο είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει Party XP σύστημα με αυτό να σημαίνει πως μόνο τα τέρατα που συμμετέχουν ενεργά στις μάχες μπορούν να λάβουν πόντους εμπειρίας ενώ αν πέσουν στην μάχη δεν λαμβάνουν τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι ένα νέο τέρας που αγαπάτε αλλά είναι χαμηλότερου level θα μείνει πίσω για πολύ ώρα. Ένα ακόμα στοιχείο που μπορεί να γίνει ενοχλητικό είναι ότι το fast travel και η θεραπεία κοστίζουν χρήματα, κάτι που μας φέρνει στο πιο ενδιαφέρον στοιχείο του παιχνιδιού.

Το στοιχείο που μου προκάλεσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως δεν ήταν ούτε οι μάχες ούτε η εξερεύνηση αλλά οι τρόποι με τους οποίους αποκτάμε νέα πλάσματα. Στον κόσμο γύρω μας βλέπουμε συνεχώς τα τέρατα που υπάρχουν οπότε αν θέλουμε μπορούμε να τα αποφύγουμε ή να πάμε κατα πάνω τους και να τα αντιμετωπίσουμε. Αντίθετα, μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα πιάσουμε και εδώ είναι το σημείο που αλλάζει το gameplay σε σχέση με τα παιχνίδια του παρελθόντος.
Όλοι, λίγο-πολύ ξέρουμε πως η Pokémon Company δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της και δεν αφήνει κανέναν άλλο να χρησιμοποιεί μπάλες για τα catching mechanics. Πρόσφατα μάλιστα, προσπάθησε να υποβάλλει πνευματικά δικαιώματα και να κατοχυρώσει την πατέντα ως μοναδικά δική της, κάτι που απέτυχε παταγωδώς, ανοίγοντας την πόρτα σε νέους developers να χρησιμοποιούν μπάλες για την αιχμαλωσία των τεράτων. Εδώ όμως, το “πιάσιμο” των τεράτων γίνεται μέσω…συμβολαίων.

Η οικονομία στο επίκεντρο
Αυτό είναι το σημείο όπου το Monster Crown δείχνει την ωμή φύση του κόσμου του. Τα τέρατα εδώ δεν είναι φίλοι μας ή συνεργάτες μας. Τα περισσότερα από αυτά λειτουργούν στην δομή του κόσμου, στην διακυβέρνησή του και πολλά από αυτά είναι και οι βασικοί ανταγωνιστές μας. Τα τέρατα που θα βρούμε στον κόσμο είναι εργαλεία επιβίωσης και πηγές εισοδήματος αφού μπορούμε να τα αγοράσουμε, να τα πουλήσουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε.
Κάθε απόφαση που παίρνουμε στο παιχνίδι έχει οικονομική διάσταση.
Ένα Normal pact (το αντίστοιχο του pokeball) κοστίζει $75. Η θεραπεία του party μας κοστίζει $100. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά που grindάρουμε, πρέπει να εξασφαλίζουμε τουλάχιστον $175 για να μην βρεθούμε μείον. Η θεραπεία του χαρακτήρα μας έχει επίσης ξεχωριστό κόστος σε ξεχωριστό vendor. Όπως είναι αναμενόμενο, αυτή η συνεχής διαχείριση πόρων δημιουργεί μια ένταση που λείπει εντελώς από τα mainstream παιχνίδια του είδους και κάνει κάθε απόφαση να μετράει.
Ευτυχώς, το παιχνίδι προσφέρει διεξόδους στην μορφή τυχαίων tames που περιφέρονται στον κόσμο και μας δίνουν χρήματα όταν τους νικάμε σε μάχες, ενώ σε dungeons υπάρχουν chests που ανανεώνονται περιοδικά και περιέχουν χρήματα και αντικείμενα που είτε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είτε να πουλήσουμε.
Αν θέλουμε παραπάνω δύναμη ή παραπάνω χρήματα, υπάρχει ένας ακόμα μηχανισμός που όντως κάνει το Sin Eater να ξεχωρίζει και θα μιλήσει κυρίως στους φίλους της πειραματικής δημιουργίας τεράτων. Το σύστημα αναπαραγωγής είναι στην ουσία ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς που μας επιτρέπουν να εξελίξουμε τα τέρατά μας. Συγκεκριμένα, μέσω αυτού μπορούμε να διασταυρώσουμε οποιαδήποτε δύο τέρατα, ανεξαρτήτως τύπου ή φύλου και μέσω του Genome Editor να επιλέξουμε ακριβώς ποια χαρακτηριστικά θα κληρονομήσει ο απόγονος, συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισής του.
Οι συνδυασμοί είναι πάρα πολλοί και μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματικά τέρατα ή δημιουργίες που θα μείνουν μαζί μας μέχρι και το τέλος της ιστορίας.

Pixel τέχνη ανάμεικτης ποιότητας
To πρώτο στοιχείο που τραβάει αμέσως την προσοχή είναι η καλλιτεχνική κατεύθυνση. Το Monster Crown κυμαίνεται μεταξύ γραφικών Final Fantasy VI και Sea of Stars και αυτό δεν είναι πάντα κομπλιμέντο. Τα εξωτερικά περιβάλλοντα είναι εντυπωσιακά με λεπτομερή και ζωντανά κινούμενα στοιχεία αλλά και πλήθος χρωμάτων που κολακεύει την νοσταλγική νότα αλλά προσδίδει και το κάτι ιδιαίτερο. Τα τέρατα που βλέπουμε να περπατάνε στις περιοχές, οι θάμνοι που κουνιούνται στον αέρα καθώς και οι διάφοροι NPCs δίνουν την αίσθηση πως ο κόσμος γύρω μας είναι ζωντανός.
Τα εσωτερικά περιβάλλοντα όμως είναι μια άλλη ιστορία. Η παραδοσιακή τεχνική του να αναπαριστώνται τα εσωτερικά κτιρίων ως μικρές περιοχές που επιπλέουν σε μαύρο φόντο είναι, το 2026, μια κουρασμένη, τεμπέλικη επιλογή, αν και ευπρόσδεκτη αν το σκεφτούμε με την νοσταλγική έννοια. Παράλληλα, τα menus φαίνονται σαν να έχουν φτιαχτεί σε MS Paint, με μια γραμματοσειρά τελείως διαφορετική από αυτή που υπάρχει στους διαλόγους και το overworld με αποτέλεσμα να έχουμε ένα αποτέλεσμα που φαίνετια παρωχημένο, ασταθές, ασυνεπές.
Επιπλέον, ο χάρτης του κόσμου δεν μας λέει καν πού βρισκόμαστε με αποτέλεσμα να μπορούμε να χαθούμε ανά πάσα στιγμή. Το περιβάλλον και τα τέρατα σε ταιριάζουν πιο πολύ στον κόσμο του παιχνιδιού και λόγω κυρίως των σχεδίων και των χρωμάτων τους συνθέτουν ένα ωραίο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα αυτό όμως χαλάει όταν έρχονται στην οθόνη τα πορτραίτα των ηρώων και των NPCs με τα περισσότερα να έχουν απλή διχρωμία ή λιγότερες λεπτομέρειες, κάτι που οδηγεί και αυτό σε ασυνέπεια.

Αντίθετα, το παιχνίδι έχει αξιόλογη ποικιλία στα τέρατα, με μεγάλη διαφοροποίηση σε μέγεθος και εμφάνιση. Το αρχικό μας τέρας ακολουθεί τον χαρακτήρα μας στον χάρτη στο πραγματικό του μέγεθος, κάτι που γίνεται αστείο αν λάβουμε υπόψιν πως κάποια τέρατα είναι θηρία και διαφέρουν, κατά πολύ, από το μέγεθος των στοιχείων του κόσμου.
Αυτό που αξίζει να αναφέρουμε είναι το γεγονός πως η αισθητική του κόσμου αλλά και τα πορτραίτα των ηρώων ακολουθούν τα anime της δεκαετίας του 1980. Τα σχέδια εκείνης της εποχής δίνουν προσοχή στο πάχος της γραμμής και στη σκίαση μέσω της διαγράμμισης και άλλων μεθόδων μελάνης. Υπάρχουν επίσης ανατομικά χαρακτηριστικά όπως μακριά, λεπτά, μυτερά πρόσωπα με μικρά μάτια και ίσιες μύτες σε μια παρόμοια αισθητική με το Devilman, κάτι που εκτίμησα και ιδιαίτερα.
Τέλος, εντυπωσιακά νοσταλγικός είναι και ο ήχος. Η chitune μουσική είναι δυνατή, ποικίλη και καλομιξαρισμένη, ενώ τα ηχητικά εφέ καλύπτουν τα πάντα, από τα βήματα του χαρακτήρα μέχρι κάθε επίθεση στις μάχες. Χωρίς voice acting, αλλά με ένα μικρό typing sound που συνοδεύει τον διάλογο η ομάδα φαίνεται να έχει δώσει μια ιδιαίτερη φροντίδα, τουλάχιστον σε αυτό το κομμάτι.

Συμπέρασμα
Σε γενικές γραμμές, το Monster Crown: Sin Eater είναι ένα παιχνίδι που ξέρει τι θέλει να πει και το λέει χωρίς φίλτρα. Δεν είναι το πιο ισορροπημένο παιχνίδι οπτικά και έχει επιλογές σχεδιασμού που θα ενοχλήσουν αρκετούς όπως η έλλειψη party XP (που γίνεται κουραστική στις μέρες μας). Αλλά έχει κάτι που λείπει από τα περισσότερα παιχνίδια του είδους, δηλαδή ένα ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Είναι αυτό που θα ήταν το Pokémon αν κάποιος αποφάσιζε να το αντιμετωπίσει με την ειλικρίνεια που του αξίζει.
Το Sin Eater δεν είναι ένα παιχνίδι για όλους και πόσο μάλλον ένα παιχνίδι για παιδιά. Είναι πιο ενήλικο, πιο ωμό, πιο…αληθινό. Ωστόσο, αν επενδύσουμε τον χρόνο μας, το εξερευνήσουμε και πειραματιστούμε μαζί του τότε θα καταλάβουμε πως πρόκειται για έναν τίτλο που μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ξεχωριστό.
Το Review Code ήταν ευγενική παραχώρηση της εκδότριας εταιρείας. Το review έγινε σε Nintendo Switch 2.
Monster Crown: Sin Eater
Ένα σκοτεινό, ειλικρινές monster-taming JRPG που τολμά να αντιμετωπίσει το είδος του με ωριμότητα. Έχει αδυναμίες που δεν πρέπει να αγνοούνται, αλλά για τους φίλους του genre που έχουν βαρεθεί τη φόρμουλα, αξίζει κάθε ώρα που θα του αφιερωθεί.
