Τον τελευταίο καιρό νιώθω αρκετά κουρασμένος από την τριβή, την διαμάχη και την ατμόσφαιρα που υπάρχει στον χώρο των βιντεοπαιχνιδιών. Διαρκείς συζητήσεις και διαμάχες για το πως διάφορα έργα και σειρές καταλήγουν ‘έρμαια’ της επιρροής, πολιτικών μηνυμάτων και κοινωνικής κατακραυγής αλλά και αποτυχίες που οδηγήθηκαν εκεί από την απληστεία των εκάστοτε εταιρειών. Ειδικά τους τελευταίους μήνες, Sony και Microsoft κάνουν περίεργες κινήσεις και παίρνουν εξίσου περίεργες αποφάσεις για τα franchises, τα συστήματα και τις κονσόλες τους με αποτέλεσμα να με κάνουν να θέλω να παρατήσω εντελώς το χόμπυ.\
Στην προκειμένη περίπτωση, πριν η Sony αποφασίσει να τα “κάψει” όλα και, πιο συγκεκριμένα, τους φυσικά δίσκους, προσπαθούσε να προωθήσει το PS5 επιδεικνύοντας το τεχνολογικό άλμα που έχει κάνει η σειρά κονσολών παρά τα ίδια τα παιχνίδια πάνω σε αυτή. Μπορεί το ψηφιακό κατάστημά της κονσόλας να είναι γεμάτο Indies, παλιά αγαπημένα και κλασικούς τίτλους, ωστόσο υπάρχει ακόμα η αίσθηση πως οι First-party τίτλοι δεν είναι τόσοι όσοι θα θέλαμε ή έστω δεν διαφέρουν τόσο πολύ σε σχέση με αυτά που ήδη γνωρίζουμε.
Ομολογουμένως, το Playstation 5 έχει και αρκετά καλά παιχνίδια που σίγουρα δεν πέρασαν απαρατήρητα όπως η νέα σειρά του God of War, το Astro Bot, το Insomniac’s Spider-Man, για κάποιους η σειρά Horizon και κάπως πιο πρόσφατα το Ghost of Tsushima. Προσωπικά, το Ghost of Tsushima ήταν ένας Must-have τίτλος, τουλάχιστον για όσους αρέσκονται στα Open-World παιχνίδια αλλά και τις Samurai/Traditional-Japan themed εμπειρίες. Νόμιζα πως αυτός θα ήταν ο μόνος τίτλος της Sucker Punch. Τελικά έκανα λάθος.
Το Ghost of Yotei: Complete Edition κυκλοφόρησε πριν από μερικές ημέρες και πέρα από το ομόνυμο παιχνίδι πρόσθεσε και νέο περιεχόμενο στην ίδια λογική με το Ghost of Tsushima: Legends, χαρίζοντάς μας αυτή την φορά ένα pseudo-roguelike mode αλλά και ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του αρχικού παιχνιδιού. Δεν είχα την ευκαιρία να το δοκιμάσω όταν πρωτοβγήκε. Την είχα τώρα όμως.
Όπως θα πίστευε κανείς (και πολύ σωστά) οι Complete Editions και τα Director’s Cuts είναι ικανά να προκαλέσουν μια μικρή καχυποψία, γιατί μοιάζουν και με έναν εύκολο τρόπο να ξαναπουληθεί το ίδιο παιχνίδι σε όσους το έχουν ήδη τελειώσει. Έτσι, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του Ghost of Yōtei, η ομάδα επιστρέφει με την αντίστοιχη λογική και με ένα πακέτο που μαζεύει όλο το περιεχόμενο που προστέθηκε αργότερα, μαζί με μια νέα επέκταση ιστορίας και ένα καινούργιο mode που στηρίζεται αποκλειστικά στο combat και λιγότερο σε κάποια στρατηγική.
Το πιο “μελανό” σημείο του Yotei ήταν η αλλαγή πρωταγωνιστή. Μετά το τέλος του Tsushima, ήταν κάπως λογικό να δούμε έναν διαφορετικό πρωταγωνιστή μόνο που εδώ όλος ο ντόρος έγινε για την αλλαγή του Jin Sakai με την Atsu, μια γυναίκα που επιστρέφει στον τόπο της για να εκδικηθεί τους Έξι του Yōtei, την ομάδα που της πήρε την οικογένεια. Σε μια αισθητή αντίθεση, η ιστορία της Atsu δείχνει πολύ πιο προσωπική από εκείνη του Jin, ο οποίος πάλευε ανάμεσα στον κώδικα των Samurai και στην ανάγκη να σώσει το νησί του, ενώ η Atsu κουβαλάει έναν θυμό που τον νιώθουμε σε κάθε διάλογο και σε κάθε μονομαχία. Αυτή η σκοπιά φέρνει την εκδίκηση πολύ κοντά μας, σε σημείο που κάθε όνομα στη λίστα της Atsu αποκτά βάρος πριν καν το συναντήσουμε.

Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραμματίζονται στην Ezo (σημερινή Hokkaido) και σε έναν από τους πιο όμορφους κόσμους που έχουμε δει τον τελευταίο καιρό, ένας κόσμος γεμάτος με χιονισμένες πλαγιές, χωράφια γεμάτα λουλούδια και ποτάμια που μοιάζουν βγαλμένα από μια ονειρική εκδοχή της Ιαπωνίας. Η ομορφιά αυτή ξεδιπλώνεται σταδιακά, όσο πάμε από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά αποδίδεται και με έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο από αυτόν που έχουμε δει στην σειρά. Συγκεκριμένα, εδώ, από τα στοιχεία που δίνουν βάθος στον κόσμο και το πως διηγείται τις ιστορίες του οι δευτερεύουσες αποστολές έρχονται να δέσουν τον κόσμο αυτόν αρμονικά και να δώσουν χώρο στους ανθρώπους του ώστε να διηγηθούν τα δικά τους γεγονότα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο χάρτης να μοιάζει λιγότερο με λίστα αγγαρειών και περισσότερο με έναν τόπο που έχει ιστορίες να πει κάνοντας την επανάληψη ακόμα πιο ανεκτή.
Αντίθετα με τον κόσμο και την απέραντη ομορφιά του, το άλλο μισό της εμπειρίας, το σύστημα μάχης, μας αφήνει με τα πιο ανάμεικτα συναισθήματα, κυρίως επειδή η Atsu έχει στη διάθεσή της πολύ περισσότερα εργαλεία από όσα είχε ποτέ ο Jin. Πριν μπούμε στο πολύ ψητό και για να καταλάβετε πως δουλεύει όλη η φάση, το σύστημα μάχης του παιχνιδιού βασίζεται στη γρήγορη, επιθετική και τακτική ξιφομαχία, διατηρώντας τη φιλοσοφία του Ghost of Tsushima αλλά προσθέτοντας περισσότερες επιλογές. Η Atsu δεν αλλάζει πλέον στάσεις σώματος αλλά χρησιμοποιεί διαφορετικά όπλα, όπως katana, kusarigama, odachi και διπλά σπαθιά, με κάθε τύπο να προσφέρει διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Η επιλογή του κατάλληλου όπλου ανάλογα με τον εχθρό είναι σημαντική, ενώ οι επιθέσεις, οι αποκρούσεις, τα parries και τα dodges απαιτούν σωστό συγχρονισμό. Εκτελούμε γρήγορες και βαριές επιθέσεις, ειδικές κινήσεις και ισχυρότερες με παρατεταμένο πάτημα του κουμπιού. Αμυντικά μπορούμε να κάνουμε block και parry και με το κατάλληλο timing ένα Perfect Parry ενώ έχουμε και επιλογές για Dash και Roll.
Παράλληλα, πρέπει να προσαρμόζουμε ανάλογα την τακτική μας ανάλογα αφού διαφορετικοί τύπου εχθρών απαιτούν καθ διαφορετική αντιμετώπιση, ενώ η Atsu μπορεί να συνδυάζει τις ικανότητές της με εργαλεία και ειδικές επιθέσεις για πλεονέκτημα. Οι μονομαχίες βασίζονται περισσότερο στην παρατήρηση και την αντίδραση παρά στο απλό button-mashing αφού πρέπει να διαβάζουμε τις κινήσεις του εχθρού, να βρίσκουμε τα κατάλληλα ανοίγματα και να επιλέγουμε πότε θα ορμήξουμε.

Στις πρώτες ώρες αυτή η ποικιλία είναι απολαυστική, αφού αλλάζουμε όπλα στη μέση της μάχης ανάλογα με τον αντίπαλο και κάθε μονομαχία μοιάζει με μικρό γρίφο που λύνεται με το σωστό εργαλείο. Όσο όμως ξεκλειδώνουμε ικανότητες, τόσο δυσκολεύεται το παιχνίδι να μας βάλει απέναντι σε εχθρούς που μπορούν να αντισταθούν σε όλο αυτό το οπλοστάσιο. Κάπου στη μέση της ιστορίας διαπιστώνουμε πως μπορούμε να καθαρίζουμε ολόκληρα camps σχεδόν στον αυτόματο πιλότο, χωρίς την ένταση που είχαν οι πρώτες μάχες, με την Atsu να μοιάζει περισσότερο με φυσικό φαινόμενο παρά με κλασική εκδικήτρια.
Στον αντίποδα αυτής της πραγματικότητα, έρχεται το New Game+, που προσθέτει νέα επίπεδα δυσκολίας, επιπλέον progression και νέες ανταμοιβές. Τα υψηλότερα επίπεδα δυσκολίας βοήθησαν λίγο στο πρόβλημα της υπερβολικά δυνατής πρωταγωνίστριας, χωρίς να το λύνουν πλήρως, αφού όλα τα εργαλεία παραμένουν διαθέσιμα από την πρώτη στιγμή, έτσι όπως τ’αφήσαμε.

Δεν θέλω όμως να κάτσω να επιμείνω στο ίδιο το παιχνίδι μιας και μιλάμε για έναν τίτλο που κυκλοφορεί εδώ και καιρό και αν δεν σας έπεισε το πρώτο υλικό που βγήκε για αυτό, δεν νομίζω να μπορέσω να σας πείσω εγώ. Ωστόσο, η Complete Edition μοιάζει όντως με πλήρη κυκλοφορία παρά με ένα απλό “χώσιμο” περιεχομένου.
Από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της έκδοσης ήταν το Most Wanted, ένα single-player mode με roguelike λογική που βάζει στην άκρη την εξερεύνηση και την ιστορία για να εστιάσει μόνο στις μάχες. Αναλαμβάνουμε bounties, αντιμετωπίζουμε κύματα εχθρών και mini-bosses, μαζεύουμε προσωρινά perks που χάνονται στο τέλος του run και κερδίζουμε χρήματα που ξοδεύουμε σε τεχνικές, αναβαθμίσεις και νέους χαρακτήρες, οπότε κάθε αποτυχία αφήνει πίσω της κάτι μόνιμο. Η δομή είναι γνωστή από δεκάδες roguelike, εδώ όμως δένει πολύ φυσικά με τον χειρισμό του βασικού παιχνιδιού, οπότε μπαίνουμε στο πρώτο run χωρίς κάποια αισθητή περίοδο προσαρμογής. Βοηθάει και το ότι τα cosmetics που ξεκλειδώνουμε μεταφέρονται στο campaign και στο expansion, άρα ο χρόνος που περνάμε εδώ μετράει και αλλού.
Το πιο έξυπνο στοιχείο του Most Wanted είναι πως μας αφαιρεί τα περισσότερα εργαλεία που είχαμε στο story και μας κάνει να τα μαζέψουμε ξανά μέσα από κάθε run. Έτσι, κάθε βέλος και κάθε αναβάθμιση αποκτά διαφορετική αξία, ενώ ένα λάθος timing σε ένα parry μπορεί να μας στείλει πίσω στην αρχή με άδεια χέρια. Εδώ, η μάχη ζητάει προσοχή, υπομονή και σωστή διαχείριση πόρων σε σχέση με την ευκολία που προσφέρεται στο αρχικό campaign.

Και κάπου εδώ, κάπως από το πουθενά, έρχεται και η επιστροφή του Jin Sakai, ενός από τους τέσσερις χαρακτήρες που μπορούμε να επιλέξουμε στο Most Wanted και του λόγου για τον οποίο πολλοί ίσως να θέλουν να δοκιμάσουν το mode. Φαίνεται πως η Sucker Punch ενέδωσε, μερικώς, στην κραυγή για την επιλογή πρωταγωνίστριας και προσπάθησε με τη μέθοδο του “Guest Character” να επαναφέρει έναν αγαπημένο χαρακτήρα. Όχι πως έχω παράπονο, απλά λέω.
Ο Jin επιστρέφει με τις τέσσερις στάσεις μάχης του, οπότε παίζοντας μαζί του θυμόμαστε αμέσως πόσο διαφορετικά πολεμούσαμε τότε, με κάθε στάση να λειτουργεί σαν απάντηση σε συγκεκριμένο τύπο εχθρού. Η Atsu αλλάζει όπλα αντί για στάσεις, με το καθένα να έχει τον δικό του ρυθμό και τη δική του εμβέλεια. Η εναλλαγή ανάμεσα στους δύο μέσα στο ίδιο mode λειτουργεί σαν ζωντανή σύγκριση των δύο παιχνιδιών και δείχνει καλύτερα από οποιοδήποτε patch note πόσο άλλαξε το σύστημα μάχης της σειράς. Στην περίπτωσή μου ο Jin παραμένει πιο κομψός στον χειρισμό, ενώ η Atsu προσφέρει περισσότερες επιλογές σε κάθε μάχη, οπότε το ποιο σύστημα είναι καλύτερο κρίνεται τελικά από το τι αναζητά ο καθένας.

Μαζί με το Most Wanted έχουμε και το Echoes of Sekigahara, το οποίο κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, αφού αφήνει τη μάχη σε δεύτερη μοίρα και στρέφει την προσοχή του στην ίδια την Atsu. Η ηρωίδα ταξιδεύει στα Ashoro Foothills, μια καινούργια περιοχή της Ezo, αναζητώντας τον Nagato, έναν άνθρωπο που τη γνώριζε πολύ πριν γίνει το “onryo” που φοβούνται όλοι στο βασικό παιχνίδι. Η επέκταση εναλλάσσει το παρόν στην Ezo με αναμνήσεις από τη Sekigahara και από τη ζωή της Atsu πριν από την εκδίκηση, χτίζοντας σιγά σιγά την εικόνα μιας γυναίκας που κάποτε μπορούσε ακόμα να ονειρευτεί ένα διαφορετικό μέλλον.
Αυτό που αγγίζει περισσότερο είναι πως η ιστορία αφήνει ανέπαφα όσα ξέραμε για την Atsu και επιλέγει να μας δείξει τι έχασε στον δρόμο της. Ο Nagato θυμάται μια Atsu με σχέδια και ελπίδες, οπότε κάθε συζήτηση μαζί του λειτουργεί σαν καθρέφτης που αποκαλύπτει το πραγματικό κόστος της επιλογής της. Είναι από τις στιγμές που νιώθουμε λύπη για έναν χαρακτήρα τον οποίο μέχρι τότε θαυμάζαμε κυρίως για τη σκληρότητά του αλλά και από τις στιγμές που αναρωτιόμασταν γιατί έλειπαν από το αρχικό παιχνίδι. Ο τίτλος βέβαια παραπλανεί λίγο, γιατί η ίδια η μάχη της Sekigahara παίζει μικρότερο ρόλο από όσο θα περίμενε κανείς, με τις αναμνήσεις να εστιάζουν στους ανθρώπους γύρω από την Atsu περισσότερο από το ίδιο το πεδίο της μάχης.

Ιδιαίτερα μου άρεσε και ο τρόπος με τον οποίο η επέκταση εξετάζει τι συμβαίνει σε έναν τόπο αφού πέσει ο τύραννος που τον κρατούσε στο χέρι του. Οι Vipers, οι πιστοί ακόλουθοι ενός από τους Έξι του Yōtei, είναι ακόμα εκεί, ενώ το κενό εξουσίας που άφησε πίσω της η εκδίκηση της Atsu γεμίζει γρήγορα από άλλους που θέλουν τη θέση του αφέντη. Οι κάτοικοι των Ashoro Foothills συνεχίζουν να υποφέρουν σαν να μην άλλαξε τίποτα, γεγονός που κάνει την εκδίκηση της Atsu να μοιάζει λιγότερο με λύτρωση και περισσότερο με μία μόνο πράξη σε μια ιστορία που συνεχίζεται χωρίς εκείνη. Αποτελεί, με άλλα λόγια, το “τι γίνεται όταν υπάρχει ένα κενό δύναμης σε μια περιοχή”.
Τo Expansion είναι πολύ πιο συντηρητικό αφού κρατάει σχεδόν αυτούσια τη φόρμουλα του βασικού παιχνιδιού. Η νέα περιοχή έχει τα δικά της camps να καθαρίσουμε, ανταμοιβές να μαζέψουμε, σημεία για εξερεύνηση και μονομαχίες, ενώ προστίθενται νέοι εχθροί, νέος εξοπλισμός και νέα όπλα που δίνουν λίγη φρεσκάδα στις συγκρούσεις. Οι κύριες αποστολές κρατάνε γύρω στις πέντε ώρες, ενώ όσοι κυνηγούν κάθε δραστηριότητα θα μείνουν αρκετά περισσότερο. Το μόνο που μπορεί να απογοητεύσει λίγο είναι πως όλο αυτό μοιάζει με κεφάλαιο που θα χωρούσε άνετα μέσα στην αρχική campaign, παρά ως κάτι καινούργιο, κάτι που επεκτείνει αυτά που ήδη κάναμε.

Τώρα, έρχεται και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι, η απόδοση στο Βασικό PS5 (το μόνο που έχω και θα έχω) ειδικά μετά την κυκλοφορία του PS5 QSSR Mode. Tο Ghost of Yotei είναι από τα πρώτα παιχνίδια που αξιοποιούν την λειτουργία και, από αυτά που είδα μπορώ να πω πως αποτελεί ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην εικόνα και την ομαλότητα. Η ανάλυση και η ποιότητα της εικόνας παραμένουν αρκετά υψηλά ώστε τα τεράστια τοπία, η πυκνή βλάστηση και οι λεπτομέρειες στο πρόσωπο και τον εξοπλισμό της Atsu να δείχνουν εντυπωσιακά, χωρίς όμως να θυσιάζεται η ρευστότητα της δράσης. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα πειστικό σε κίνηση, με σταθερή αίσθηση χειρισμού και πολύ καθαρή εικόνα για mode που στοχεύει σε υψηλό frame rate. Οι συμβιβασμοί γίνονται περισσότερο αντιληπτοί σε λεπτομέρειες μεγάλης απόστασης και σε ορισμένα εφέ, όμως κατά τη διάρκεια της μάχης η προτεραιότητα στην ομαλότητα αποδεικνύεται σωστή επιλογή.
Αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο το QSSR διατηρεί τον κινηματογραφικό χαρακτήρα του Ghost of Yotei χωρίς να μετατρέπει την εμπειρία σε κάτι βαρύ ή δυσκίνητο. Η κίνηση της κάμερας, τα animations της Atsu και τα εφέ κατά τη διάρκεια της μάχης επωφελούνται σημαντικά από την υψηλότερη ρευστότητα, ενώ η εικόνα παραμένει αρκετά ευκρινής ώστε οι απώλειες σε ανάλυση να μην αποσπούν την προσοχή. Δεν πρόκειται για το mode που θα επιλέξει κάποιος αν θέλει την απόλυτη οπτική ποιότητα του παιχνιδιού, αλλά στο Base PS5 αποτελεί ίσως την πιο ισορροπημένη πρόταση αφού προσφέρει πολύ καλή εικόνα, υψηλή απόκριση και μια συνολικά πιο ευχάριστη εμπειρία, ιδιαίτερα όταν η δράση γίνεται έντονη. Βέβαια, ομολογώ πως θα ήθελα μια PC έκδοση αφού θα είχα ένα πολύ καλύτερο οπτικό αποτέλεσμα και ίσως πιο καθαρό. Αλλά…Sony.

Συμπέρασμα
Το Ghost of Yōtei διατηρεί στον πυρήνα του το ίδιο παιχνίδι που γνωρίσαμε, κάτι που μάλλον είναι και το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορούμε να κάνουμε στη Sucker Punch. Η ομάδα κράτησε όσα έκαναν το Tsushima αγαπητό, δηλαδή την ατμόσφαιρα, τις μονομαχίες και τη σχέση του πρωταγωνιστή με τον τόπο του, διορθώνοντας ταυτόχρονα σημαντικές αδυναμίες του όπως την κουραστική επανάληψη του ανοιχτού κόσμου. Η προσθήκη του Most Wanted δίνει στη μάχη την ένταση που έχανε στην ιστορία, ενώ το Echoes of Sekigahara μας δείχνει την ηρωίδα από μια πιο ανθρώπινη και πιο λυπημένη πλευρά, κάτι που εξίσου έλειπε από την βασική ιστορία.
Η Complete Edition απευθύνεται πρώτα από όλα σε όσους δεν έχουν παίξει ακόμα το Ghost of Yōtei, οι οποίοι θα βρουν εδώ την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του παιχνιδιού με περιεχόμενο για πολλές δεκάδες ώρες. Για όσους έχουν ήδη τελειώσει την ιστορία της Atsu, η αναβάθμιση αξίζει κυρίως για το Most Wanted, το οποίο σίγουρα χαρίζει περισσότερες ώρες και περισσότερη ένταση από την ίδια την επέκταση, ενώ το Echoes of Sekigahara θα ικανοποιήσει όσους δέθηκαν με την Atsu και θέλουν να μάθουν τι άφησε πίσω της.
Ghost of Yōtei: Complete Edition
Η Complete Edition του Ghost of Yōtei διατηρεί τον πυρήνα του παιχνιδιού και τον ενισχύει με καλές αλλαγές και νέες προσθήκες. Το Most Wanted ξαναδίνει ένταση στη μάχη, με τον Jin Sakai να κλέβει την παράσταση ενώ το Echoes of Sekigahara δείχνει μια πιο ανθρώπινη πλευρά της Atsu. Έτσι, γίνεται η καλύτερη αφορμή για όσους δεν είχαν παίξει τον τίτλο εξ'αρχής.
Τα καλά
- Το Most Wanted ξαναζωντανεύει τη μάχη
- Ο συναισθηματικός τόνος του expansion αλλά...
Τα όχι και τόσο καλά
- ακολουθεί πιστά τη γνωστή φόρμουλα
- Η Sekigahara παίζει μικρό ρόλο παρά τον τίτλο
- Η Atsu παραμένει πολύ δυνατή ακόμα και στο NG+
- Λίγο νέο περιεχόμενο για όσους έχουν ήδη τελειώσει το παιχνίδι
