To Symphony of the Night είναι, με διαφορά, το αγαπημένο μου Castlevania παιχνίδι και ίσως το μόνο που έχω τελειώσει κάποιες δεκάδες φορές. Εκεί που νόμιζα ότι το είχα ολοκληρώσει, να που το κάστρο γύρναγε τελείως ανάποδα και η πραγματική πρόκληση ξεκινούσε. Χρόνια έχω να νιώσω την έκπληξη και την περιέργεια ενός παιχνιδιού να με συνεπαίρνει σε τέτοιον βαθμό. Το αστείο είναι πως πριν από μήνες, η γυναίκα μου με ρώτησε “αν ήταν να ξαναπαίξεις κάποιο παιχνίδι ή να επιστρέψει κάποιο παιχνίδι, ποιο θα ήταν αυτό” η απάντησή μου ήταν αμέσως το Castlevania, μαζί με δύο τρία ακόμα. Και μετά από μερικές μέρες να σου η ανακοίνωση του Belmont’s Curse.
Η σειρά, όπως γνωρίζουμε λίγο-πολύ, τα τελευταία χρόνια έχει κάπως χαθεί με την επιστροφή της να γίνεται κυρίως σε συλλογές, remasters και στο anime του Netflix, κάτι που για μια σειρά η οποία έδωσε το μισό της όνομα σε ένα ολόκληρο είδος κάπως άδικο. Οι Belmont έκαναν κατά καιρούς την εμφάνισή τους ως καλεσμένοι σε παιχνίδια άλλων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόσφατο Return to Castlevania, το DLC του Dead Cells αλλά και σε άλλα ανάλογα παιχνίδια όπως το V Rising αλλά και το Super Smash Bros. Ultimate. Το DLC του Dead Cells όμως αποδείχτηκε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια συνεργασία της στιγμής, αφού από εκεί ξεκίνησε η ιδέα για το Castlevania: Belmont’s Curse.
Πίσω από το παιχνίδι βρίσκεται η Evil Empire, η ομάδα που ανέλαβε την υποστήριξη του Dead Cells μετά την κυκλοφορία του και έφτιαξε το συγκεκριμένο DLC, με την Konami να συμμετέχει στην παραγωγή και τη Motion Twin να δίνει τα φώτα της σε ρόλο συμβούλου. Σίγουρα, το πρώτο που έρχεται στο μυαλό μας είναι πως πρόκειται για ένα Dead Cells reskinned ως Castlevania, με τυχαίους συνδυασμούς όπλων και θανάτους που μας γυρίζουν στην αρχή, δηλαδή κάτι παρόμοιο με το The Rogue Prince of Persia. Στην πράξη το Belmont’s Curse είναι ένα κανονικό Castlevania, που κρατάει από την εμπειρία της ομάδας την ταχύτητα και την αίσθηση της μάχης και αφήνει την τυχαιότητα εκτός. Αν έπρεπε να συνοψίσω από τώρα την εντύπωσή μου, θα έλεγα πως η Evil Empire προτίμησε να δοκιμάσει κάτι καινούργιο με τη σειρά, με τρόπους και στοιχεία που γνωρίζει ήδη, αντί να ξαναστήσει τις παλιές συνταγές, με αλλαγές που θέλουν χρόνο για να τις συνηθίσουμε και ανταμείβουν όσους κάνουν αυτή την υπομονή.
Η ιστορία αυτή την φορά μάς μεταφέρει στο Παρίσι του 1499, είκοσι τρία χρόνια μετά τα γεγονότα του Castlevania III: Dracula’s Curse, σε μια πόλη που έχει κατακλυστεί από τέρατα. Πρωταγωνίστρια εδώ είναι η Rose Belmont, κόρη του Trevor Belmont και της Sypha Belnades, δύο ονομάτων που όσοι μεγάλωσαν με το NES ή είδαν πιο πρόσφατα το anime θα αναγνωρίσουν αμέσως. Η Rose είναι η επόμενη Vampire Hunter και μαζί με τον πατέρα της στρέφονται προς το Παρίσι για να λύσουν ένα μυστήριο, να αντιμετωπίσουν την κατάρα της Rose και γενικά να κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα, δηλαδή να τα βάλουν με τον Dracula και τις δυνάμεις της κόλασης.
Για άλλη μια φορά στην σειρά, εντοπίζουμε έναν τρόπο να δεθεί το παρελθόν με το μέλλον χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά σε γνώριμα πρόσωπα και γεγονότα για να συγκινηθούμε. Η Rose έχει τον χώρο, την στάση και την αύρα να γίνει η επόμενη ηρωίδα, ενώ οι αναφορές στους γονείς της και στα γεγονότα του Dracula’s Curse λειτουργούν σαν “κλείσιμο του ματιού” προς τους παλιούς παίκτες, χωρίς να αφήνει απ’έξω όσους πιάνουν τη σειρά για πρώτη φορά. Υπάρχει μια όμορφη αίσθηση σκυτάλης που περνάει σε νέα χέρια, η οποία ταιριάζει απόλυτα σε ένα παιχνίδι που θέλει κι αυτό να πάρει τη σειρά και να την πάει κάπου αλλού.

Αμφιταλαντεύομαι λίγο για το αν πρόκειται για ένα νέο παιχνίδι της σειράς ή για “ένα ακόμα Metroidvania” και αυτό έχει να κάνει τόσο με το σύστημα μάχης όσο και με την εξερεύνηση. Η δομή αυτής και της γενικότερης προόδου θυμίζει κάλλιστα το Symphony of the Night, ενώ ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του κόσμου έρχονται από το Order of Ecclesia και εδώ κι εκεί μπορεί να εμφανίζονται ιδέες από άλλους τίτλους της σειράς. Η μάχη πατάει σε κάτι πολύ πιο επιθετικό από όλα αυτά, σε σημείο που θυμίζει και κάτι από Hollow Knight και Dead Cells (προφανώς) με το βάρος να πέφτει στην κινητικότητα και στη σωστή τοποθέτηση της Rose απέναντι στους αντιπάλους της. Εδώ δεν μπορούμε να καθόμαστε σταθεροί και να σκοτώνουμε ζόμπι ή σκελετούς με μια χακιά καθώς αυτό μπορεί να καταλήξει σε σφαλιάρα και μνημόσυνο. Η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα σε επίθεση, αποφυγή και αλλαγή θέσης είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της μάχης αφού εχθροί όπως τα Paranthropus ή τα Medusa Heads αποκτούν νέες κινήσεις, μας κάνουν track και είναι πιο ευκίνητα και ταχύτατα σε σχέση με το παρελθόν. Γι’αυτό, όταν η εξοικείωση με την κίνησή μας γίνει κτήμα, η μάχη αποκτάει έναν ρυθμό σχεδόν χορευτικό.
Η ρυθμική χροιά της μάχης ενισχύεται κατά πολύ με την απόκτηση του Arcane Whip, ίσως του σημαντικότερου εργαλείου στο οπλοστάσιο μας. Με αυτό η Rose, πέρα από επιθέσεις και ξόρκια, αιωρείται και γραπώνεται από συγκεκριμένα σημεία του χάρτη, τραβιέται προς εχθρούς που βρίσκονται σε απόσταση, ξεφεύγει από επιθέσεις που θα την έβρισκαν κατευθείαν και αλλάζει κατεύθυνση στον αέρα σε σημείο που αντί για Belmont γινόμαστε η Spider-Rose. Το ίδιο εργαλείο ενεργοποιεί και τις ειδικές επιθέσεις των όπλων, οπότε η κίνηση γίνεται κομμάτι της ίδιας της μάχης και ανοίγουμε combos που οδηγούν σε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Όταν όλα δένουν, η Rose γίνεται μια ηρωίδα δράσης που μπορεί να αντιμετωπίζει πλειάδες εχθρών χωρίς πρόβλημα την στιγμή που δίνει μια εντύπωση πως θα ήταν μια ιδιαίτερα ταιριαστή προσθήκη και στο Dead Cells – τουλάχιστον σαν skin.
Ενώ το σύστημα μάχης είναι στο μεγαλύτερο κομμάτι του αρκετά καλοφτιαγμένο, αυτό που καλείται να αναπληρώσει το Arcane Whip είναι το dodge mechanic που μοιάζει να είναι μια ασήμαντη προσθήκη παρά ένα πραγματικό εργαλείο. Σαν μηχανισμός δεν δίνει invincibility frames και χρησιμεύει κυρίως για να αλλάζουμε θέση χωρίς όμως να επιφέρει κάτι ιδιαίτερα θετικό στην έκβαση της μάχης. Αυτό γίνεται αρκετά αισθητό στο πρώτο Bossfight με τον Fallen, αφού κάνοντας dodge για να πάμε πίσω του, τα frames μεταξύ ζημιάς και αποφυγής είναι ελάχιστα, σε σημείο όπου σχεδόν πάντα δεχόμαστε ζημιά. Έτσι, το παιχνίδι θέλει να διαβάζουμε τον εχθρό από πριν και να βρισκόμαστε ήδη εκεί που η επίθεσή του δεν μπορεί να μας φτάσει, μια προσέγγιση που μου θύμισε περισσότερο την προσεκτική τοποθέτηση των παλιών Castlevania. Χρειάζεται εξοικείωση και ίσως λίγο νεύρο στην αρχή, όμως όταν κατανοήσουμε πώς λειτουργεί, η ελευθερία που προσφέρει είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή ενός απλού κουμπιού αποφυγής.

Η εξερεύνηση ακολουθεί την τυπική λογική του είδους και την ενισχύει με όλα όσα έμαθε και αξιοποίησε η ομάδα ανάπτυξης σε άλλους τίτλους αναδεικνύοντας κρυμμένα σημεία, εναλλακτικές διαδρομές, κρυμμένα μυστικά όπως το νεύμα στο Wall Chicken, shortcuts που μας γλιτώνουν από άσκοπο backtracking και εμπόδια που μένουν κλειστά μέχρι να αποκτήσουμε την κατάλληλη ικανότητα. Το Arcane Whip έχει λόγο και εδώ, αφού επηρεάζει τόσο το platforming όσο και τον τρόπο που ανακαλύπτουμε νέα περάσματα, με σημεία που έμοιαζαν απρόσιτα να αποκτούν άλλο νόημα μόλις καταλάβουμε τι μπορούμε να κάνουμε. Η επιστροφή σε περιοχές που έχουμε ήδη περάσει, κάτι που σε άλλα παιχνίδια του είδους καταντάει αγγαρεία, εδώ έχει την φάση της, κυρίως διότι η κίνηση με το μαστίγιο κάνει ακόμα και τη διαδρομή μέχρι εκεί πιο διασκεδαστική.
Κάτι που άργησα να καταλάβω και, φυσικά, να αξιοποιηθεί πλήρως είναι το γεγονός ότι η Rose ανεβαίνει επίπεδα με αρκετά γρήγορο ρυθμό και πολύ νωρίς αποκτά πρόσβαση σε διαφορετικά όπλα, το καθένα με τη δική του συμπεριφορά και τον δικό του τρόπο χρήσης στην μάχη. Κάθε όπλο έχει διαφορετικού τύπου επιθέσεις και αξιοποιούνται καλύτερα ανάλογα την περίσταση και τα τέρατα. Για παράδειγμα, το απλό σπαθί γίνεται ένα αρκετά γρήγορο και αποτελεσματικό, αν και απλό, όπλο ενώ άλλα όπως το Spear οδηγεί σε “άρρωστα” combos ενώ το Sword & Shield δίνει την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα σε άμυνα και παντοδύναμα counter attacks. H εναλλαγή στα όπλα ενθαρρύνεται κατά πολύ μιας και πολλά τέρατα μπορεί να πετάξουν αρκετά ψηλά και η κάλυψη της απόστασης με το Whip δεν είναι αρκετή για να κάνουμε ζημιά. Ακόμα και εδώ φαίνεται το DNA της Evil Empire, δηλαδή η ύπαρξη αρκετών όπλων, όμως εδώ κάθε ένα από αυτά χρησιμεύει όντως σε κάποια περίσταση και δεν είναι απλά ένα gimmick.

Ένα γεγονός που είτε θα αρέσει στους φίλους του είδους, είτε θα “χαλάσει” όσους έρχονται για πρώτη φορά είναι το πόσο απαιτητικό είναι το Belmont’s Curse και, πιστέψτε με, είναι αρκετά. Τόσο η μάχη όσο και το ίδιο το platforming χρειάζονται αντανακλαστικά, άμεσες αποφάσεις και παρατήρηση μοτίβων και επιθέσεων με τη δυσκολία να έρχεται από πολλές μεριές ταυτόχρονα. Όλοι οι εχθροί, ακόμα και τα απλά Zombies, αντέχουν στα χτυπήματά μας, οι επιθέσεις τους πρέπει να “διαβαστούν”, με το Arcane Whip να κάνει το “κουβάλημα” συνδυάζοντας τις αιωρήσεις, τους εναέριους ελιγμούς και τα άλματα σε διαδρομές μετ’εμποδίων σε μια φλέβα παρόμοια με το Dead Cells και το The Rogue Prince of Persia. Το κομμάτι που ίσως κουράσει κάπως είναι η αντοχή των απλών εχθρών, η οποία κάνει ορισμένες μάχες να τραβάνε περισσότερο από όσο θα έπρεπε, ειδικά τις στιγμές που το μόνο που θέλουμε είναι να συνεχίσουμε την εξερεύνηση.
Τα bosses από μεριάς τους, μοιράζονται ανάμεσα σε γνώριμα τέρατα της σειράς και σε καινούργιες μορφές, με τις καλύτερες μάχες να μας ζητάνε να χρησιμοποιήσουμε τις ικανότητες της Rose τόσο για να επιτεθούμε όσο και για να φύγουμε από τη μέση. Είναι οι στιγμές όπου όλα όσα έχουμε μάθει για το μαστίγιο και το timing μπαίνουν σε δοκιμασία ταυτόχρονα. Βέβαια, πολλά από αυτά τα τέρατα δεν έχουν ιδιαίτερα ευανάγνωστες επιθέσεις με αποτέλεσμα να τις τρώμε για τα καλά και να κάνουμε μπρος πίσω πολλές φορές. Άλλες επιθέσεις ακολουθούν κλασικά μοτίβα του είδους και με μια απλή ανάγνωση του χώρου μπορούμε να καταλάβουμε που να κρυφτούμε και που να πάμε.
Αφού καταφέρουμε να σκοτώσουμε τα αφεντικά αυτά αφήνουν πίσω τους Arcanas, δηλαδή μαγικές ικανότητες που προστίθενται στο οπλοστάσιό μας στην μορφή καρτών Tarot. Για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε πλήρως αυτές τις ικανότητες όμως θα πρέπει να ιδρώσουμε, αφού λόγω της κατάρας της Rose, τα ξόρκια έχουν και εκείνα μειωμένες δυνάμεις για αυτόν τον λόγο. Αν θέλουμε να εξαγνίσουμε τις δυνατότητές τους θα πρέπει να ολοκληρώσουμε μικρότερα achievement όπως να χρησιμοποιήσουμε το ξόρκι Χ φορές, να σκοτώσουμε Χ τέρατα ταυτόχρονα με μια χρήση τους ή να κάνουμε συνδυασμούς κινήσεων. Έτσι, μας δίνεται ένας ακόμα λόγος να αξιοποιήσουμε κάθε μαγική ικανότητα, ανοίγοντάς μας έτσι και νέους ορίζοντες σε συνδυασμούς κινήσεων και loadouts.
Μαζί με τα Tarot, θα βρούμε accessories και relics που προσθέτουν τα δικά τους πλεονεκτήματα στο build μας και προέρχονται, σαν ιδέα, από τα αντίστοιχα amulets του The Rogue Prince of Persia. Εδώ ο εξοπλισμός είναι καθαρά δική μας επιλογή, την οποία αλλάζουμε στην στιγμή με αποτέλεσμα να μπορούμε να πειραματιστούμε με συνδυασμούς χωρίς να βασιζόμαστε στην τύχη.

Το βασικό επίπεδο δυσκολίας δεν τιμωρεί υπερβολικά τα λάθη, αλλά είναι απαιτητικό στα σημεία που μετράνε. Μαζί υπάρχουν και τροποποιήσεις που μπορούμε να κάνουμε, οι οποίες μας επιτρέπουν να προσαρμόσουμε επιμέρους παραμέτρους στα μέτρα μας. Μαζί με αρκετά quality-of-life χαρακτηριστικά που περιορίζουν κάποιες παραδοσιακές πηγές εκνευρισμού του είδους, το παιχνίδι καταφέρνει να μείνει απαιτητικό χωρίς να γίνεται άδικο, κάτι που θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα όσοι δεν έχουν ατελείωτες ώρες να ξοδέψουν στο ίδιο σημείο.
Ωστόσο, δεν λείπουν και ορισμένα παραπατήματα ή ατέλειες ή ακόμα και παράπονα που βλέπω και στο διαδίκτυο τις τελευταίες ημέρες, κυρίως για το γεγονός ότι θυμίζει πολύ Dead Cells ή πως “δεν είναι κλασικό Castlevania”. Από μια άποψη, καταλαβαίνω τους ενδοιασμούς και τα επιχειρήματα και σε πολλούς τομείς έχουν βάση. Αυτό όμως που πρέπει κάποιος να καταλάβει είναι πως η Evil Empire θα γινόταν αυτή που θα έπαιρνε την σκυτάλη από την Konami ειδικά μετά την θερμή υποδοχή του Dead Cells και την ακόμα πιο θερμή υποδοχή του Return to Castlevania DLC. Όταν είχα δει το DLC ήμουν σίγουρος πως η Konami έδειξε ενδιαφέρον προς την ομάδα ανάπτυξης, κάτι που φαίνεται και εδώ. Αλλά, καλώς ή κακώς, η σειρά δεν μπορεί να βασιστεί εξ’ολοκλήρου στο παρελθόν της όταν απευθύνεται και σε νέο κοινό.

Δεδομένου του ταλέντου της Art Team της Evil Empire, η αναπαράσταση του Παρισιού αλλά και των περιβαλλόντων του παιχνιδιού έχει γίνει με αριστοτεχνική μαεστρία. Όσοι έχετε παίξει το Rogue Prince of Persia θα δείτε και εδώ πολλά στοιχεία που θα σας θυμίσουν την σχεδιαστική προσέγγιση της ομάδας. Λεπτομερή background με Parallax effects στην κίνηση ώστε να αποδίδεται όσο καλύτερα η αίσθηση βάθους, έντονα χρώματα για να ξεχωρίζουν κτήρια και πλάσματα, μια ζωηρή ποικιλόχρωμη παλέτα που αναδεικνύει το κόκκινο, το μαύρο και το χρυσό συνθέτουν σκηνικά που μένουν χαραγμένα στην μνήμη μας και κάνουν την εξερεύνηση μια βόλτα σε πινακοθήκη. Το Παρίσι ειδικά, αποδίδεται καλλιτεχνικά, με μια ιδιαίτερη γοτθική αρχιτεκτονική και αρκετή ποικιλία περιβαλλόντων ώστε κάθε περιοχή να έχει τον δικό της χαρακτήρα. Γνώριμα στοιχεία της σειράς εμφανίζονται παντού μέσα σε αυτή τη νέα αισθητική, σαν να βλέπουμε παλιούς γνωστούς με καινούργια ρούχα.
Η παλέτα είναι έντονη και φωτεινή (ναι, το Castlevania έχει και μέρες με ήλιο), κάτι που ίσως ξενίσει όσους έχουν συνδέσει το Castlevania με σκοτεινούς διαδρόμους, μεγαλοπρεπή κάστρα και βαθύ κόκκινο, όμως σε ένα παιχνίδι με τόση κίνηση η επιλογή έχει πρακτικό νόημα. Η ευκρίνεια όλων των στοιχείων βοηθάει να διαβάζουμε τη δράση με μια ματιά, να ξεχωρίζουμε τη Rose από τους εχθρούς και να βλέπουμε έγκαιρα τι έρχεται. Παράλληλα, πολλά στοιχεία του U.I. και τα ειδικά εφέ ξεχωρίζουν αρκετά, με τις κάρτες ταρώ να γίνονται το αγαπημένο μου καλλιτεχνικό επίτευγμα ενώ στοιχεία όπως οι ειδοποιήσεις κινήσεων ή η έμφαση των εμποδίων σε ορισμένες μάχες θύμισαν τα πιο θετικά στοιχεία των άλλων παιχνιδιών της ομάδας. Υπάρχουν και στιγμές που είναι το “απόλυτο Hype” και αποτυπώνονται εξίσου με εντυπωσιακούς καλλιτεχνικούς τρόπους όπως μια μάχη στα ύψη όπου φαίνονται μόνο οι σιλουέττες των μαχητών. Τέλος, στην ανάδειξη όλης της καλλιτεχνικής κάλυψης παίζουν ρόλο και τα animations που ρέουν σαν κρέμα στην οθόνη μας, σαν να προσπαθούν να μας ηρεμήσουν μέσα στην ένταση του κινδύνου.
Κάτι που παρατήρησα να γίνεται σε μεγάλο βαθμό, είναι η χρήση Impact Frames σε ορισμένες επιθέσεις. Αν και ο εν λόγω τρόπος αποτύπωσης ενός χτυπήματος έχει γίνει ο αγαπημένος μου τα τελευταία χρόνια, κυρίως από anime όπως το One Piece, το Jujutsu Kaisen και το Bleach, η χρήση του εδώ αρχίζει να γίνεται κάπως μπουκωμένη σε σημείο που μπορεί να οδηγήσει και σε κρίσεις, αν κάποιος τις έχει.

Τη μουσική του Belmont’s Curse υπογράφει ο ASADI, γνωστός από το The Rogue Prince of Persia, ο οποίος πάντρεψε παραδοσιακά μουσικά στοιχεία με σύγχρονη ηλεκτρονική παραγωγή για να δώσει στο παιχνίδι έναν ήχο με δικό του χαρακτήρα. Οι νέες εκδοχές του Bloody Tears είναι από τα καλύτερα σημεία του soundtrack και σίγουρα θα μας βγάλουν ένα χαμόγελο κάθε φορά που θα τις ακούσουμε.
Από την άλλη, ορισμένες από τις πρωτότυπες συνθέσεις δεν έχουν τη δύναμη των κορυφαίων θεμάτων της σειράς και δεν μένουν στο μυαλό όσο θα ήθελα. Καταλαβαίνω πως για τους πιο πιστούς φίλους της σειράς αυτό είναι ένα σημείο διαφωνίας, ειδικά για όσους περιμένουν να ακούσουν κάτι κοντά σε ό,τι αγάπησαν στο παρελθόν. Η σειρά πάντως δεν ήταν ποτέ ξένη στον πειραματισμό, αφού και το Rondo of Blood και το Harmony of Dissonance είχαν πάει τον ήχο τους προς δικές τους κατευθύνσεις, οπότε η τόλμη του ASADI έχει και αυτή ρίζες μέσα στην ιστορία του Castlevania, ακόμα και αν δεν πετυχαίνει στο μέγιστο. Έτσι κι αλλιώς, θεωρώ πως δύσκολα κάτι θα φτάσει την κορυφή του SotN.

Τώρα τίθεται και το θέμα της απόδοσης και ομολογώ πως εδώ δεν έχω να πω πάρα πολλά. Για τους σκοπούς αυτής της κριτικής μας δόθηκε ένας Nintendo Switch κωδικός ο οποίος αξιοποιήθηκε σε NIntendo Switch 2. Εδώ τα πράγματα αποκτούν ενδιαφέρον. Παίζοντας την Switch 1 έκδοση στην δεύτερη κονσόλα παρατηρούμε πως τα καρέ ξεκλειδώνονται και φτάνουν αισίως τα 60fps χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Από την άλλη, το Anti-Aliasing είναι αδύναμο, σχεδόν ανύπαρκτο και υποβαθμίζει την συνολικά όμορφη εικόνα. Παίζοντας σε Handheld τα πράγματα είναι λίγο πιο αποδεκτά αφού το “Handheld Mode Boost” σπρώχνει λίγο την ανάλυση αλλά δεν είναι αρκετό για να την απαλύνει. Αντίστοιχα, στο Docked Mode καταλαβαίνουμε περισσότερο τις θυσίες σε textures, anti-aliasing και γενικότερη ποιότητα εικόνας, γεγονός που μας κάνει να απορούμε γιατί δεν υπάρχει native Switch 2 έκδοση. Εξάλλου, η Evil Empire έχει το Nintendo Switch 2 SDK οπότε η μεταφορά του τίτλου στην κονσόλα θα έπρεπε να έχει γίνει πριν την κυκλοφορία. Εξάλλου, το προηγούμενο παιχνίδι της εταιρείας κυκλοφόρησε στην κονσόλα χωρίς προβλήματα ή καθυστερήσεις.
Δυστυχώς, δεν είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω το Belmont’s Curse σε άλλο σύστημα όπως PC. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα να παίζω στο κρεβάτι ή στον καναπέ στην μικρή οθόνη της κονσόλας όμως γνωρίζω πως η εικόνα και η απόδοση είναι πολύ καλύτερα απ’ότι εδώ. Αν έπρεπε να πάρω την έκδοση στο Switch 2, θα περίμενα μέχρι, αναπόφευκτα, να κυκλοφορήσει και αυτή.

Συμπέρασμα
Παρά τις ατέλειες, τις αβεβαιότητες και ορισμένα στοιχεία διχασμού, η αγαπημένη σειρά που τα ξεκίνησε όλα επιστρέφει. Μετά από χρόνια όπου το Castlevania ζούσε κυρίως μέσα από συλλογές, remasters και πρόσφατα σε anime, το Castlevania: Belmont’s Curse μοιάζει με την επιστροφή που ήθελα να δω, ένα παιχνίδι που σέβεται το παρελθόν της σειράς χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτό. Η Evil Empire πήρε ρίσκα, με ένα σύστημα μάχης που θέλει χρόνο, με επιλογές άμυνας και προστασίας που δεν συμπεριφέρονται όπως τα περιμένουμε και μια μουσική που ίσως διχάσει, όμως στον πυρήνα του παιχνιδιού βρίσκεται το Arcane Whip, ένας μηχανισμός που κάνει τη μάχη και την εξερεύνηση να κυλάνε σαν ένα πράγμα. Η ποικιλία σε όπλα, Arcanas και εξοπλισμό κρατάει το ενδιαφέρον ζωντανό, ο εικαστικός τομέας είναι φανταστικός και οι επιλογές δυσκολίας ανοίγουν την πόρτα και σε όσους φοβούνται τα απαιτητικά Metroidvania.
Θα το πρότεινα χωρίς δεύτερη σκέψη σε όσους αγαπούν τα Metroidvania και δεν φοβούνται να δουν κάτι καινούργιο, καθώς και σε όσους έπαιξαν το Return to Castlevania και ήθελαν κάτι παραπάνω. Οι παλιοί παίκτες που περιμένουν ένα νέο, ίσως πιο σκοτεινό Symphony of the Night με καινούργια γραφικά ίσως χρειαστούν λίγο περισσότερο χρόνο για να το συνηθίσουν ή ακόμα και να το αγκαλιάσουν. Μετά από τόσα χρόνια αναμονής, χαίρομαι που το μαστίγιο των Belmont βρέθηκε σε χέρια που ήθελαν να το πάνε κάπου αλλού.
H μεγάλη επιστροφή φέρνει τη σειρά πίσω με ένα γρήγορο, απαιτητικό Metroidvania που χτίζεται γύρω από τα εργαλεία της Rose. Το combat και το dodge θέλουν χρόνο για να τα συνηθίσουμε ενώ η μουσική ίσως διχάσει περισσότερο απ'ότι θα έπρεπε, όμως η ποικιλία στον εξοπλισμό και ο εντυπωσιακός εικαστικός τομέας κάνουν την επιστροφή της οικογένειας Belmont να αξίζει τον χρόνο μας.
Τα καλά
- Φανταστικά σχέδια, γραφικά & animations
- Ποικιλία σε όπλα & εξοπλισμό
- Διασκεδαστικό σύστημα μάχης
- Εξίσου διασκεδαστική εξερεύνηση
Τα όχι και τόσο καλά
- Οι μηχανισμοί άμυνας δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες
- Χαμηλή ποιότητα εικόνας στο Switch 2
